Πριν 200 χρόνια, η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με την Κίνα. Προκειμένου να το ισοσταθμίσει ξεκίνησε την πώληση οπίου που παρήγαγε στην Ινδία και το εμπόριό του απέφερε τεράστια κέρδη.
Ο Αυτοκράτορας της Κίνας Λιν Τσε Τσου βλέποντας όλο και περισσότερους από τους υπηκόους του να μετατρέπονται υπό την επήρεια του οπίου σε άχρηστους πολίτες, αντέδρασε αποπέμποντας τους Άγγλους, οι οποίοι πραγματοποιούσαν το εμπόριο με την κάλυψη των κανονιοφόρων του λόρδου Ναπιέρ.
Το ζήτημα έφτασε αμέσως στο Βρετανικό Κοινοβούλιο και ο λόρδος Πάλμερστον έδωσε εντολή στο Πολεμικό Ναυτικό να βομβαρδίσει λιμάνια της Κίνας και να συλλάβει τον Αυτοκράτορα.
Όπερ και εγένετο.
Τελικά, η Κίνα υπέκυψε και υπέγραψε συνθήκη τον Αύγουστο 1842, δίνοντας μάλιστα αποζημίωση στους Άγγλους. Στη συνθήκη αναφερόταν ότι πέντε λιμάνια της χώρας ήταν στη διάθεση των Βρετανών και των άλλων ξένων. Στη Βρετανία παραχωρήθηκε επίσης το Χονγκ Κονγκ.
Αυτός καταγράφεται στην ιστορία ως ο πρώτος πόλεμος του οπίου.
Τους τελευταίους μήνες, με αποκορύφωμα τη χτεσινή «απαγωγή» του Μαδούρο, διεξάγεται μία ανάλογη επιχείρηση βασισμένη στην ισχύ των κανονιοφόρων, με ανάστροφο όμως επιχείρημα: να κόψουν τη ροή των ναρκωτικών.
Κι επειδή αυτό ως επιχείρημα δεν απέδιδε, ο Τράμπ ομολόγησε σήμερα τη μαύρη αλήθεια: η επέμβαση έγινε για τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας. Και για το κενό που προέκυψε με την απαγωγή κανένα θέμα.
–Θα κυβερνήσουμε εμείς τη χώρα, δήλωσε ο Τράμπ!
