τα τελευταία χρόνια ο κλάδος των υπηρεσιών ιδιωτικής υγείας στην
Ελλάδα, η οποία αντανακλάται στη συνεχή και δυναμική αύξηση των
συνολικών δαπανών υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 6½ το 1990 σε 9½ το
2007), ξεπερνώντας το αντίστοιχο μερίδιο για τις χώρες του ΟΟΣΑ κατά ½
ποσοστιαία μονάδα.
Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τα ιδιωτικά
νοσοκομεία κερδίζουν μερίδιο αγοράς έναντι των δημοσίων (27% το 2008
από 13% το 2000), κυρίως λόγω των δυσλειτουργιών στις υπηρεσίες
δημόσιας υγείας.
Λόγω της ανελαστικής ζήτησης, ο κλάδος είναι πιο κερδοφόρος από τους
περισσότερους κλάδους δραστηριότητας στην Ελλάδα – με τα περιθώριο
κέρδους του σε επίπεδο παρόμοιο με το διεθνή μέσο όρο του κλάδου.
Τέλος, οι μεγάλοι παίκτες έχουν δημιουργήσει ομίλους, μέσω των οποίων
επεκτείνονται στη ΝΑ Ευρώπη και την Τουρκία και έτσι ενισχύουν την
κερδοφορία τους. Στη μελέτη μας, αρχικά εξετάζεται η ανοδική πορεία της
αγοράς ιδιωτικών νοσοκομειακών υπηρεσιών και οι πυλώνες κερδοφορίας του
κλάδου, και στη συνέχεια, εκτιμάται η χρηματοοικονομική εικόνα των
ιδιωτικών νοσοκομείων τα επόμενα έτη βάσει των ευκαιριών επέκτασης αλλά
και των κινδύνων που ελλοχεύουν.
Ελλάδα είναι η ανοδική πορεία του κλάδου υγείας. Συγκεκριμένα, οι
δαπάνες για υπηρεσίες υγείας έχουν αυξηθεί 4,5% κ.μ.ο. ετησίως σε
πραγματικούς όρους τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σημειώνουμε ότι το
ποσοστό δαπανών υγείας στο ΑΕΠ είναι σχετικά υψηλό για το επίπεδο του
κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Ελλάδα. Κρίσιμος παράγοντας είναι το
αυξημένο ποσοστό της ιδιωτικής δαπάνης που προσεγγίζει το 47% (έναντι
27% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ). Οι δαπάνες νοσοκομειακής
περίθαλψης αποτελούν ένα σταθερό ποσοστό των δαπανών υγείας τα
τελευταία χρόνια (της τάξης του 35-40% – ποσοστό παρόμοιο με των χωρών
του ΟΟΣΑ).
υπηρεσιών υγείας (με συντελεστή συσχέτισης της τάξης του 85%).
Υπενθυμίζουμε ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 75% στην Ελλάδα
την τελευταία δεκαετία (σε σχέση με 48% για τις χώρες του ΟΟΣΑ), και
ότι ακόμα υπολείπεται από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης κατά 13%.
Τα τελευταία 20 χρόνια, οι Έλληνες έχουν προσθέσει πάνω από 3 έτη στο
προσδόκιμο της ζωής τους. Συνεπώς, ο πληθυσμός άνω των 65 ετών έχει
αυξηθεί από 1,4 εκατ. το 1991 σε 2,1 εκατ. το 2008 και αναμένεται να
προσεγγίσει τα 3,5-4,0 εκατ. ως το 2050 (32,5% του συνολικού πληθυσμού
έναντι 29,9% για τις χώρες του ΟΟΣΑ κ.μ.ο.).
Το ποσοστό των τακτικών καπνιστών στο σύνολο του ενήλικου πληθυσμού
προσεγγίζει το 40% (έναντι 24% για τις χώρες του ΟΟΣΑ κ.μ.ο.), ενώ το
58% των ενηλίκων θεωρούνται υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (έναντι 49% για τις
χώρες του ΟΟΣΑ κ.μ.ο.).
Η τεχνολογική πρόοδος στον τομέα της ιατρικής αυξάνει τις δυνατότητες
διάγνωσης και αντιμετώπισης ασθενειών, με αποτέλεσμα την αύξηση του
αριθμού εξετάσεων και θεραπειών και συνεπώς των δαπανών υγείας.
Οι υγειονομικοί οργανισμοί και το ιατρικό προσωπικό έχουν πλεονεκτική
πληροφόρηση για τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών, την σκοπιμότητα
κάθε επέμβασης καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών. Ως κύρια αιτία της
τεχνητής ζήτησης διαφαίνεται το γεγονός ότι το πλήθος των ιατρών στην
Ελλάδα αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς και είναι σημαντικά υψηλότερο από
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των ιατρών ανά 1.000
κατοίκους έχει αυξηθεί από 1,6 το 1970 σε 5 το 2007 (έναντι 3,1 στις
χώρες του ΟΟΣΑ).
επιδράσεις στη ζήτηση, εκτιμήσαμε ένα υπόδειγμα προσδιορισμού των
δαπανών υγείας για την Ελλάδα για την περίοδο 1980-2008, με
ερμηνευτικές μεταβλητές το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα σε
πραγματικούς όρους, το επίπεδο υγείας του πληθυσμού (ως σταθμισμένος
δείκτης των παραμέτρων γήρανσης, παχυσαρκίας και καπνίσματος) και το
λόγο του αριθμού ιατρών ως προς το συνολικό πληθυσμό (ως ένδειξη
τεχνητής ζήτησης). Το εμπειρικό μας υπόδειγμα ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό
την πορεία της ζήτησης του κλάδου (δείτε πίνακα).
εισοδήματος σε πραγματικούς όρους κατά -1,2% ετησίως τη διετία
2009-2010 (λόγω της παρούσας αρνητικής συγκυρίας) και άνοδο 1,5-2% τη
διετία 2011-2012,
υγείας (με το μέσο ετήσιο ρυθμό δεκαετίας της τάξης του 2%) και
τάξης του 3%), αναμένουμε οι δαπάνες υγείας σε πραγματικούς όρους να
παραμείνουν σχεδόν στάσιμες τη διετία 2009-2010 και να αυξηθούν κατά
2-2,5% ετησίως τη διετία 2011-2012.
προβλήματα των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, με αποτέλεσμα το μερίδιο
αγοράς των ιδιωτικών νοσοκομείων να καλύπτει το 27% των συνολικών
εσόδων του κλάδου το 2008 (από 13% το 2000). Παράλληλα, ο ιδιωτικός
τομέας παροχής νοσοκομειακών υπηρεσιών εστιάζει σε niche αγορές και
επιλέγει κυρίως «προσοδοφόρες» χειρουργικές περιπτώσεις σύντομης
νοσηλείας.
στηρίζεται σε τρία ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα έναντι των δημοσίων:
– μικροί χρόνοι αναμονής
– μηχανήματα σύγχρονης τεχνολογίας
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 90% των ιδιωτικών επενδύσεων στοχεύουν
στην ιατρική τεχνολογία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο ΕΣΥ (το οποίο
εστιάζει στην κατασκευή υποδομών) δεν ξεπερνά το 30%. Συγκεκριμένα, τα
ιδιωτικά εστιάζουν τις επενδύσεις τους σε μηχανήματα τελευταίας
τεχνολογίας που σχετίζονται με συχνές και προσοδοφόρες θεραπείες (όπως
εγχειρίσεις καρδιάς, ορθοπεδικές ή ογκολογικές).
με το σύνολο εκτιμάμε ότι θα συνεχίσει να ανεβαίνει με ρυθμούς
τουλάχιστον αντίστοιχους της τελευταίας δεκαετίας (σε 31% το 2012 από
27% το 2008).
ιδιωτικές κλινικές οι οποίες ανήκαν σε ιατρούς, σήμερα πρωταγωνιστούν
μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα. Δύο κυρίως είναι οι παράγοντες που δρουν
ενισχυτικά στην διατήρηση της ολιγοπωλιακής δομής του κλάδου:
(i) του μεγάλου κόστους αρχικής επένδυσης (το υψηλό σταθερό κόστος
δημιουργεί σημαντικές οικονομίες κλίμακας και προσδίδει συγκριτικό
πλεονέκτημα στους πρωτοεισερχόμενους στην αγορά (first mover advantage))
για την δημιουργία νέων νοσοκομειακών μονάδων (π.χ. κοντά σε κεντρικές
οδικές αρτηρίες), καθώς και
κατευθύνονται στο νοσοκομείο που συνεργάζεται, η δημιουργία ζήτησης για
τις υπηρεσίες του νοσοκομείου απορρέει από την προσέλκυση γνωστών και
ικανών ιατρών. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσωπική σχέση των ασθενών με
τους ιατρούς τους, σε συνδυασμό με την κοινή πρακτική της συνεργασίας
γνωστών ιατρών με συγκεκριμένα ιδιωτικά νοσοκομεία, λειτουργεί ως
ανάχωμα για τις ανταγωνιστικές πιέσεις στον κλάδο. Η κατάσταση αυτή
είναι εντονότερη στα μαιευτήρια, καθώς η σχέση των γυναικών με τον
γυναικολόγο-μαιευτήρα τους είναι εξαιρετικά ισχυρή.
θετική συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού των άμεσων ιδιωτικών πληρωμών και
της δυνατότητας υψηλής τιμολόγησης των νοσοκομείων – επίδραση που
ενισχύεται καθώς η πλειονότητα των ιδιωτικών δαπανών στην Ελλάδα είναι
άμεσες πληρωμές χρηστών και δεν διενεργείται μέσω ιδιωτικών
ασφαλιστικών εταιρειών. Το ποσοστό της ιδιωτικής χρηματοδότησης των
νοσοκομειακών δαπανών στην Ελλάδα είναι 18% έναντι 14% στις χώρες του
ΟΟΣΑ. Επιπλέον σημειώνεται ότι.
κερδοφορίας της τάξης του 15% (επίπεδο κοντά στο διεθνή μέσο όρο).
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν είναι ομοιόμορφη για το σύνολο του κλάδου,
καθώς τα γενικά νοσοκομεία φαίνεται να υστερούν σε όρους κερδοφορίας –
με τα περιθώρια λειτουργικού κέρδους να υπολείπονται σημαντικά έναντι
εκείνων για τα μαιευτήρια (12% έναντι 33% αντίστοιχα στο διάστημα
2001-2007).
Το γεγονός αυτό εν μέρει εξηγείται από:
να συγκρατήσουν το ύψος των νοσηλίων (σε αντίθεση με τα μαιευτήρια όπου
οι πληρωμές γίνονται απευθείας από τους ασθενείς). Ως αποτέλεσμα το
περιθώριο κέρδους ανά κλίνη είναι σχεδόν διπλάσιο στα μαιευτήρια (28%
σε σχέση με 16,5%).
– το χαμηλό βαθμό κάλυψης των διαθέσιμων κλινών των ελληνικών γενικών νοσοκομείων (55-60% , έναντι 70-75% στα μαιευτήρια).
– την ύπαρξη μικρών κλινικών που εξαρτώνται από τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία.
δαπανών υγείας και του μεριδίου αγοράς του ιδιωτικού τομέα, ο κύκλος
εργασιών των ιδιωτικών νοσοκομείων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με μέσο
ετήσιο ρυθμό 3,5% στο διάστημα 2009-2010 και 8,5% στη συνέχεια έως το
2012. Όσον αφορά τα περιθώρια λειτουργικής κερδοφορίας, αναμένουμε
μικρή επιβράδυνση το 2009 έναντι του 2008, στο βαθμό που αυτή έχει ήδη
εντοπισθεί στα αποτελέσματα εξαμήνου των μεγαλύτερων εταιρειών του
κλάδου, υπό την επίδραση κυρίως της συγκράτησης των τιμών για ιατρικές
υπηρεσίες, καθώς και των αυξημένων εξόδων λόγω λειτουργίας νέων
κλινικών. Για την περίοδο 2010-2012, εκτιμάμε ότι η αύξηση της
πληρότητας των γενικών νοσοκομείων θα αντισταθμισθεί εν μέρει από τη
μειωμένη πληρότητα και τιμολόγηση των μαιευτηρίων (λόγω της εισόδου
νέων παικτών) με αποτέλεσμα οι δείκτες κερδοφορίας και πληρότητας να
βελτιωθούν σε μικρό βαθμό. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η ωρίμανση του κλάδου
(μετά την τρέχουσα περίοδο αναδιάρθρωσης) αναμένεται να αυξήσει
σταδιακά την πληρότητα. Για παράδειγμα, άνοδος της πληρότητας σε 70%
από 60-65% το 2012 (με σταθερό το μέσο όρο ημερών νοσηλείας) εκτιμάται
ότι θα οδηγήσει σε άνοδο του περιθωρίου λειτουργικού κέρδους κοντά στον
μακροχρόνιο μέσο όρο (17% έναντι 15% σήμερα).
οριζόντια (γεωγραφικά) όσο και κάθετα (σε συνδεδεμένες δραστηριότητες).
Συγκεκριμένα, το 15% του κύκλου εργασιών τους πραγματοποιείται μέσω των
παρακάτω δραστηριοτήτων:
(i) διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης και μονάδες βλαστοκυττάρων και
(ii) ιδιωτικά νοσοκομεία στην Τουρκία και σε βαλκανικές χώρες. Η
συνεχής μεγέθυνση των νοσοκομειακών ομίλων σε Ελλάδα και εξωτερικό
αντικατοπτρίζεται σε ένα βαθμό στην έντονη αύξηση του κύκλου εργασιών
την τελευταία τετραετία κατά 21%, η οποία ξεπερνά εκείνη των εταιρειών
του κλάδου (αύξηση 17% στο αντίστοιχο διάστημα).
Η επεκτατική πολιτική κρίνεται θετική, καθώς η κερδοφορία των ομίλων
παραμένει υψηλότερα από εκείνη των εταιρειών στο διάστημα 2004-2008, με
περιθώριο λειτουργικού κέρδους 17% για τους ομίλους και 14,5% για τις
εταιρείες του κλάδου.
Ωστόσο, η έντονα επεκτατική πολιτική των ομίλων προσωρινά δημιουργεί
παράλληλες πιέσεις στη χρηματοοικονομική εικόνα τους, λόγω αυξημένης
μόχλευσης και χαμηλής ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού.
Όσον αφορά τη σύγκριση με το εξωτερικό, οι ελληνικοί νοσοκομειακοί
όμιλοι φαίνεται να υπερτερούν λίγο σε όρους περιθωρίων λειτουργικού
κέρδους (18% έναντι 16% διεθνώς) και καθαρού κέρδους (4,3% έναντι 3,8%
διεθνώς για το 2008). Ο περιορισμένος ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης
(και αντίστοιχα ο αυξημένος ρόλος των ιατρών) λειτουργούν ως ανάχωμα
στις ανταγωνιστικές πιέσεις στον κλάδο στη χώρας μας – εξασφαλίζοντας
έτσι υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Από την άλλη πλευρά, η ταχύτητα
κυκλοφορίας ενεργητικού των ελληνικών ομίλων είναι μόλις 0,4 το 2008,
έναντι 0,57 για τους διεθνείς ομίλους, αντικατοπτρίζοντας εν μέρει τα
χαμηλότερα επίπεδα πληρότητας. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να
τονιστεί ότι η χαμηλή πληρότητα είναι σε ένα βαθμό το βραχυπρόθεσμο
τίμημα της αλματώδους επέκτασης των ομίλων. Σημειώνεται ότι οι
ελληνικοί όμιλοι είναι λιγότερο δανεισμένοι σε σχέση με το διεθνή μέσο
όρο – γεγονός, ωστόσο, που συγκρατεί το ROE σε χαμηλότερα από τα διεθνή
επίπεδα.
συγκυρίας, οι όμιλοι τα επόμενα χρόνια εκτιμάται ότι θα κατευθυνθούν
πάλι προς τη δημιουργία μονάδων σε γειτονικές χώρες (π.χ. HYGEIA
TIRANA). Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις αναγγελθείσες επενδύσεις, το
μερίδιο των νοσοκομείων στην ΝΑ Ευρώπη και Τουρκία στον κύκλο εργασιών
των ομίλων αυξάνεται σε 13% το 2012 από 6% το 2009. Υπό αυτό το πρίσμα
και βάσει των προβλέψεών μας για την πορεία του κλάδου στην Ελλάδα, ο
κύκλος εργασιών των ομίλων αναμένεται να αυξηθεί κατά 7% το 2009 και
10% κ.μ.ο. ετησίως στο διάστημα 2010-2012 (υψηλότερα από τον εγχώριο
κλάδο, όπου οι αντίστοιχοι ρυθμοί ανάπτυξης είναι 1% το 2009 και 8% το
2010-2012). Αν και η υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων των ομίλων
οδηγεί σε συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους βραχυπρόθεσμα (με το ROE
κοντά στο 6% το 2012), οι δείκτες αποδοτικότητας των ομίλων
μεσοπρόθεσμα εκτιμάται ότι θα είναι υψηλότεροι σε σχέση με του εγχώριου
κλάδου, καθώς οι νέες επενδύσεις θα έχουν αρχίσει να ωριμάζουν.
Συγκεκριμένα, αναμένουμε το ROE των ομίλων να προσεγγίσει σταδιακά το
διεθνή μέσο όρο (8%-9% έναντι 6% για τον εγχώριο κλάδο).
Οι χώρες της ΝΑ Ευρώπης και η Τουρκία έχουν σημαντικά περιθώρια
ανάπτυξης του κλάδου ιδιωτικών νοσοκομείων, καθώς τα επόμενα χρόνια
αναμένεται
περισσότερες περιπτώσεις οι υπάρχουσες κλίνες δεν καλύπτουν τις ανάγκες
των κατοίκων των χωρών ενώ μικρό ποσοστό αποτελούν οι ιδιωτικές κλίνες.
Δυνητική αγορά αποτελούν οι τουρίστες υγείας, οι οποίοι αναζητούν
νοσοκομειακές υπηρεσίες εκτός της χώρας τους. Ο νοσοκομειακός τουρισμός
άγγιξε διεθνώς τα $60 δις. το 2006 και εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα
$100 δις. το 2012 (McKinsey & Company estimates), με κινητήριες
δυνάμεις το κόστος των επεμβάσεων και την αποφυγή του μεγάλου χρόνου
αναμονής. Πέρα από τις χώρες αυτές με συγκριτικό πλεονέκτημα χαμηλού
κόστους (όπως η Τουρκία), τα ιδιωτικά νοσοκομεία στην Ελλάδα μπορούν να
προσελκύσουν αλλοδαπούς ασθενείς που επιζητούν προσιτές τιμές σε
συνδυασμό με ποιοτικές υπηρεσίες και κορυφαίους ιατρούς – κυρίως για
πλαστικές επεμβάσεις και εξωσωματική γονιμοποίηση.
κατευθύνονται σε νοσοκομεία του εξωτερικού αφορούν νοσηλείες
αποκατάστασης (π.χ. ορθοπεδικά και φυσιοθεραπείες) και άλλο ένα 20%
ογκολογικά περιστατικά.
– των υψηλών ελλειμμάτων των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων (λόγω αυστηρότητας στη χορήγηση παροχών)
– της αυξανόμενης διείσδυσης των ιδιωτικών ασφαλιστικών οργανισμών