ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
«Φρένο» στη σπατάλη και «χοντρό ψαλίδι» στις νοσοκομειακές δαπάνες επιχειρεί να βάλει ο υπουργός Υγείας, Ανδρέας Λοβέρδος, στέλνοντας στους προμηθευτές των νοσοκομείων το μήνυμα «λιγότερα κέρδη, περισσότερη λογική».
Το βασικό μέλημα της νέας ηγεσίας του υπουργείου Υγείας είναι ο περιορισμός της διαφθοράς στον τομέα της υγείας και η εξοικονόμηση 300 εκατομμυρίων ευρώ μέχρι το τέλος του έτους.
Οι τεράστιες δαπάνες στο χώρο της υγείας έχουν μπει στο «στόχαστρο» και των ελεγκτών της τρόικας. Οι εμπειρογνώμονες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ασκούν πιέσεις για να συρρικνωθεί η «μαύρη τρύπα» του ΕΣΥ και έχουν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να βάλει ένα τέλος στο «χάος» που επικρατεί στα οικονομικά των νοσοκομείων για να μην τιναχθεί στον αέρα η όλη προσπάθεια της χώρας για ανάκαμψη από την κρίση.
Ο υπουργός Υγείας, Ανδρέας Λοβέρδος, προειδοποίησε τους κερδοσκόπους και τα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της υγείας ότι «θα υπάρξει καθολικός έλεγχος. Χρειάζεται εξορθολογισμός και δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω». «Δε θέλουμε να κάνουμε τους κακούς, ούτε τους εχθρούς της επιχειρηματικότητας, αλλά οι δυνατότητες της ελληνικής Πολιτείας είναι περιορισμένες και γι’ αυτό δεν πρέπει να επαναληφθούν οι κακοδαιμονίες του παρελθόντος», δήλωσε στη χτεσινή συνέντευξη Τύπου ο κ. Λοβέρδος.
Σύμφωνα με τον υπουργό, έχουν ήδη εξοικονομηθεί από τις φαρμακευτικές δαπάνες των ασφαλιστικών οργανισμών 700 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στόχος του υπουργείου Υγείας είναι να περικόψει μέχρι το τέλος του 2010 ακόμη 300 εκατομμύρια ευρώ από τις νοσοκομειακές φαρμακευτικές δαπάνες. Παράλληλα, ο κ. Λοβέρδος εκτίμησε ότι του χρόνου θα είναι διπλάσια η εξοικονόμηση (τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ) και ότι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και ο ηλεκτρονικός έλεγχος των συνταγών που θα ξεκινήσουν πιλοτικά τον ερχόμενο μήνα στο ταμείο των ελευθέρων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και θα καθιερωθούν σταδιακά και στα υπόλοιπα ασφαλιστικά ταμεία, θα εξοικονομήσουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Πάντως, στο πλαίσιο της μείωσης των δαπανών, ο υπουργός Υγείας υπέγραψε χτες εγκύκλιο για τη «διαχείριση φαρμάκων στα κρατικά νοσοκομεία» που εστάλη σε όλους τους διοικητές και η οποία προβλέπει ότι η συνολική δαπάνη φαρμάκων θα πρέπει να περιοριστεί κατά 20% ανά κλινική. Την ευθύνη για τη μείωση των δαπανών θα έχει ο διευθυντής της κάθε κλινικής, ενώ το υπουργείο έχει ζητήσει ήδη από όλα τα νοσοκομεία και από κάθε κλινική ξεχωριστά τριμηνιαία αναφορά της κατανάλωσης φαρμάκων.
Σύμφωνα με την ίδια εγκύκλιο, μέχρι το τέλος του έτους το 30% των φαρμάκων των κλινικών θα είναι αντίγραφα -για να έχουν χαμηλότερο κόστος- και ο αριθμός των φαρμάκων με την ίδια δραστική ουσία, τα οποία οφείλει το φαρμακείο του νοσοκομείου να διαθέτει, δε θα υπερβαίνει τα τέσσερα.
Την ίδια ώρα, το υπουργείο Υγείας προχώρησε στη μείωση των τιμών για 93 διαγνωστικές εξετάσεις στον ΟΠΑΔ. Οι τιμές μειώθηκαν κατά 20%, ενώ, όπως δήλωσε ο κ. Λοβέρδος, το ΚΕΣΥ θα επανεξετάσει τις τιμές και των υπόλοιπων εξετάσεων και δεν αποκλείεται οι τιμές αυτές να ισχύουν στη συνέχεια για όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Ο υπουργός σκοπεύει έτσι να βάλει «μαχαίρι» στις άσκοπες εξετάσεις που κάνουν γιατρούς και επιχειρηματίες να πλουτίζουν σε βάρος της υγείας των Ελλήνων ασθενών αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο το ταμείο του Δημοσίου (ΟΠΑΔ) διαθέτει κάθε μήνα περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ για εργαστηριακές εξετάσεις και ιατρικές πράξεις στον ιδιωτικό τομέα!
Ορκωτοί λογιστές
Οι δαπάνες των νοσοκομείων έχουν μπει στο «στόχαστρο» και των ορκωτών λογιστών που έχουν εγκατασταθεί το τελευταίο διάστημα στο υπουργείο Υγείας και σε νοσοκομεία. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Υγείας, τα χρέη των νοσοκομείων αυξάνονται κάθε μήνα κατά μέσο όρο κατά 180 εκατομμύρια ευρώ από την αγορά υγειονομικού, ορθοπεδικού υλικού, φαρμάκων και αντιδραστηρίων και από 1η Ιανουαρίου μέχρι σήμερα έχουν συσσωρευτεί -παρά τη στενή οικονομική «επιτήρηση»- νέα χρέη προς τους προμηθευτές, ύψους 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το έλλειμμα των νοσοκομείων, όπως επισημαίνουν στελέχη του υπουργείου Υγείας, στα τέλη του έτους θα φτάσει τα 400 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το προηγούμενο έτος το έλλειμμα είχε αγγίξει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ.