Η φτώχεια βλάπτει σοβαρά την υγεία

Oπου φτωχός κι η μοίρα του… Εκθεση της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών έδειξε ότι η φτώχεια βλάπτει σοβαρά την υγεία και ότι υπάρχουν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες όσον αφορά την υγεία και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ανάλογα με το εισόδημα. Στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις τα χρόνια νοσήματα είναι συχνότερα σε σύγκριση με τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ μεγαλύτερη είναι και η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου, όπως οι επαγγελματικοί.

«Oι κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας σε βάρος των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία έρχονται δυσκολότερα σε επαφή με επαγγελματίες υγείας», τόνισε στον «Α» ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Τούντας, σημειώνοντας ότι «η υγεία φαίνεται να είναι ταξική».

Σύμφωνα με έκθεση του κέντρου για την υγεία στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εισόδημα, την κοινωνική θέση και την υγεία είναι πολύπλοκη, ωστόσο είναι προφανές ότι η υψηλή κοινωνικοοικονομική θέση συσχετίζεται με καλύτερη υγεία. Τα χρόνια νοσήματα είναι πιο συχνά στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις σε σύγκριση με τις ανώτερες (36,9% έναντι 30,4%). Μάλιστα, σε ορισμένα νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η διαφορά είναι σχεδόν διπλάσια (6,2% έναντι 3%).

Κίνδυνοι και διατροφή

Την ίδια ώρα, η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου είναι μεγαλύτερη στα άτομα χαμηλής κοινωνικοοικονομικής τάξης. Η διατροφή τους απέχει από το πρότυπο της ισορροπημένης μεσογειακής διατροφής περισσότερο σε σύγκριση με αυτή των ατόμων που ανήκουν στην ανώτερη τάξη, ενώ εμφανίζουν συχνότερα προβλήματα αϋπνίας και εκτίθενται σε μεγαλύτερο βαθμό σε επαγγελματικούς κινδύνους.

Από την έκθεση του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας προκύπτει ότι ανισότητες καταγράφονται ανάμεσα στις κοινωνικοοικονομικές τάξεις και στη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Το 80% των ατόμων των ανώτερων στρωμάτων επισκέπτεται κάθε χρόνο επαγγελματίες υγείας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα κατώτερα στρώματα δεν ξεπερνά το 65%. Διαφορές διαπιστώνονται και στη διενέργεια προληπτικών εξετάσεων, με πιο σημαντικές τη μέτρηση του PSA για τον προστάτη (41,4% έναντι 19,7%), τη δακτυλική εξέταση (37,9% έναντι 8,2%), την ψηλάφηση μαστού από γιατρό (81,5% έναντι 52,5%) και το τεστ Παπανικολάου (85,7% έναντι 65,8%).

Ανάλογες διαφορές παρατηρούνται και μεταξύ των ασφαλισμένων βασικών ταμείων, με τους ασφαλισμένους στο Δημόσιο να υποβάλλονται πιο συχνά σε προληπτικές εξετάσεις σε σχέση με τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ και στον OΓΑ. «Τα αίτια των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων στη χρήση των υπηρεσιών υγείας ανάγονται στη χώρα μας κυρίως στην πολυδιάσπαση των ταμείων και στις άνισες παροχές τους, καθώς και στη συνεχή υποβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας», διευκρινίζει ο κ. Τούντας.

Υγεία και… γεωγραφία

Στην έκθεση επισημαίνεται ακόμη ότι οι ανισότητες στην υγεία καθίστανται έκδηλες και σε γεωγραφικό επίπεδο και ερμηνεύονται από τις διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές και βιολογικές συνθήκες που επικρατούν, από τη μη ορθολογική κατανομή των πόρων υγείας στη χώρα και από τις τοπικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Για παράδειγμα, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, που έχει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη γενικής θνησιμότητας (768,3 ανά 100.000 κατοίκους), ενώ η χαμηλότερη θνησιμότητα παρατηρείται στην Ηπειρο (620,3 ανά 100.000 κατοίκους).

Διαφορές μεταξύ των Περιφερειών της χώρας δεν παρατηρούνται μόνον ως προς το γενικό δείκτη θνησιμότητας. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα κατέχουν μεν την πρώτη θέση μεταξύ των αιτίων θανάτου, αλλά το ποσοστό συμμετοχής τους διαφέρει από Περιφέρεια σε Περιφέρεια. Ετσι, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη έχει το υψηλότερο ποσοστό καρδιαγγειακών νοσημάτων (51,7% των θανάτων οφείλεται σε παθήσεις του κυκλοφορικού), ενώ το μικρότερο ποσοστό παρατηρείται στην Κρήτη, όπου μόλις το 43,1% των θανάτων αποδίδεται σε καρδιαγγειακά νοσήματα. Επίσης, στην Κεντρική Μακεδονία το 25,2% των θανάτων συμβαίνει εξαιτίας κακοήθων νεοπλασμάτων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα Ιόνια Νησιά είναι 21%. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η Ηπειρος εμφανίζει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή των ατυχημάτων στη συνολική θνησιμότητα με 5,3% και το Βόρειο Αιγαίο τη μικρότερη, με 3,8%.

Τέλος, ανισότητες παρατηρούνται και ως προς τις προσφερόμενες υπηρεσίες υγείας. Η Αθήνα έχει μεγάλο αριθμό γιατρών και κλινών (65,13 και 56,39 ανά 10.000 κατοίκους αντίστοιχα). Αντίθετα, η Στερεά Ελλάδα υστερεί τόσο σε γιατρούς όσο και σε κλίνες (29,04 και 27,98 ανά 10.000 κατοίκους αντίστοιχα).