Στην ατζέντα η συρρίκνωση του προσωπικού, οι εφημερίες, τα χρέη προς τους προμηθευτές και φυσικά το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας
Του Κωστή Κεκελιάδη
Οριακή είναι και η κατάσταση που επικρατεί στα εφημερεύοντα δημόσια νοσοκομεία στα οποία συνωστίζονται όσοι έχουν την ατυχία να αντιμετωπίσουν κάποιο επείγον πρόβλημα υγείας
Στη σημερινή συνεδρίαση της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Ιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ) μεταφέρεται η αντιπαράθεση για την τύχη του νομοσχεδίου που ρυθμίζει τους όρους απασχόλησης των γιατρών του ΕΣΥ και οι αναταράξεις που προκαλεί απορρυθμίζουν ακόμη περισσότερο το υπό κατάρρευση καθεστώς εφημεριών στα δημόσια νοσοκομεία.
Την “ευχή” να συνεδριάσει το γενικό συμβούλιο της ΟΕΝΓΕ είχε κάνει την περασμένη Τετάρτη από το βήμα της Βουλής ο ίδιος ο υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος: “Περιμένουμε τη θετική ανταπόκριση -την ευχόμαστε και τη ζητούμε- του γενικού συμβουλίου της ΟΕΝΓΕ. Η ευκαιρία και η πρόκληση είναι ιστορικές για όλους”, είχε δηλώσει ο υπουργός, δείχνοντας με τον πλέον σαφή τρόπο τη σημασία που αποδίδει στο γεγονός.
Αλλά γιατί ο κ. Αβραμόπουλος προσδίδει “ιστορικές” διαστάσεις στη σημερινή συνεδρίαση; Ανεξάρτητα από τις εύλογες απορίες που προκαλεί η υπουργική εμπλοκή σε συνδικαλιστικές διαδικασίες, η “λεπτομέρεια” για τη σπουδή του κ. Αβραμόπουλου βρίσκεται στο προεδρικό διάταγμα που προβλέπει ότι μπορεί να ανασταλεί η εφαρμογή της νομοθεσίας, η οποία διέπει τα προγράμματα εφημεριών, μόνο εάν υπάρξει συναίνεση μεταξύ του υπουργείου Υγείας και του μεγαλύτερου συνδικαλιστικού οργάνου των νοσοκομειακών γιατρών.
Το διακύβευμα είναι κρίσιμο και οι ισορροπίες στο εσωτερικό του 27μελούς γενικού συμβουλίου της ΟΕΝΓΕ οριακές.
Οριακή όμως είναι και η κατάσταση που επικρατεί στα εφημερεύοντα δημόσια νοσοκομεία στα οποία συνωστίζονται όσοι έχουν την ατυχία να αντιμετωπίσουν κάποιο επείγον πρόβλημα υγείας. Με το υφιστάμενο σύστημα εφημεριών, την περίθαλψη των ασθενών αναλαμβάνουν γιατροί οι οποίοι εργάζονται 70 – 80 ή και 100 ώρες την εβδομάδα, ενώ από το 2003 η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει μέγιστο ωράριο τις 48 ώρες για τους ειδικευμένους και τις 56 για τους ειδικευόμενους.
Στην κλαδική συμφωνία που υπογράφηκε το Δεκέμβριο, οι γιατροί δέχτηκαν να συνεχίσουν να εφημερεύουν υπερβαίνοντας το καθοριζόμενο από τη νομοθεσία ωράριο, υπό τον όρο να γίνουν 4.500 προσλήψεις ιατρικού προσωπικού στα επόμενα δύο χρόνια, καθώς και την προϋπόθεση ετήσιας επαναδιαπραγμάτευσης. Όπως όμως τονίζει η Ένωση Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης (ΕΝΙΘ), που την περασμένη εβδομάδα προχώρησε σε 48ωρη απεργία, “οι 2.500 προσλήψεις γιατρών για το 2010 χάθηκαν στο δρόμο ανάμεσα στο υπουργείο, όπου υπογράφτηκε η κλαδική σύμβαση, και τη Βουλή. Οι 2.000 προσλήψεις για το 2009 δεν θα γίνουν ποτέ, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν τα χρονικά περιθώρια”. Η κατάσταση προκαλεί ασφυξία στο σύστημα, αφού “επί έξι (κι όχι μόνο) χρόνια οι κυβερνήσεις ούτε επιπλέον προσλήψεις έκαναν αλλά ούτε αναπλήρωσαν όσους γιατρούς έφυγαν από το ΕΣΥ λόγω σύνταξης ή παραίτησης”.
Τα χρέη πνίγουν τα νοσοκομεία
Το άλλο μεγάλο μέτωπο που επιδεινώνει το νοσηρό κλίμα στα δημόσια νοσοκομεία αφορά τα χρέη προς τους προμηθευτές αναλώσιμου και ιατρικού υλικού.
Ήδη τα μέλη του συλλόγου που προμηθεύουν ορθοπεδικά υλικά τα νοσοκομεία έχουν αποφασίσει την αναστολή των παραδόσεων υλικού, ενώ την τακτική της αναμονής μίας εβδομάδας σε μια απόπειρα εξεύρεσης λύσης ακολουθεί ο Σύνδεσμος Ελλήνων Προμηθευτών (ΣΕΠ) Επιστημών και Υγείας.
Από τις 5 Φεβρουαρίου εκκρεμεί συνάντηση των προμηθευτών με τα συναρμόδια υπουργεία Υγείας και Οικονομίας για την εξόφληση του χρέους. Όπως λέει στη “Θ” ο διευθυντής του Συνδέσμου Ελλήνων Προμηθευτών Ηρακλής Παπαϊωάννου, το “προσχέδιο” της συμφωνίας αφορά την άμεση αποπληρωμή 1,5 δισ. ευρώ και τη ρύθμιση του υπόλοιπου ποσού με τη μορφή ομολόγων.
Υπενθυμίζεται ότι τα χρέη των νοσοκομείων έχουν εκτοξευθεί στα 5,2 δισ. ευρώ. Για να δοθεί ένα μέτρο σύγκρισης, το 1997 τα αντίστοιχα ποσά ήταν 512 εκατ. ευρώ, το 2001 ήταν 1,12 δισ. και το 2004 είχαν φτάσει τα 2,7 δισ. ευρώ.