Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εναρμονιζόμενη με αντίστοιχη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του περασμένου έτους, έκρινε ως αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου την επίμαχη διάταξη, που διαφοροποιεί το ύψος του επιτοκίου νόμιμου και υπερημερίας, μεταξύ του Δημοσίου και των πολιτών.
Σύμφωνα με τους δικαστές, οι οικονομικές αξιώσεις που διεκδικούν οι ιδιώτες, από αναδρομικά, επιδόματα κ.λπ. από το Δημόσιο, πρέπει να υπολογίζονται με τόκο υπερημερίας 10%, αυτό δηλαδή που προβλέπεται για το Δημόσιο και όχι με το προνομιακό επιτόκιο του 6%.
Στο σκεπτικό της απόφασής τους αναφέρεται ότι «η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος περί Ισότητας και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου μάλιστα ότι το Δημόσιο δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου λόγου Δημοσίου Συμφέροντος που θα δικαιολογούσε τη διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου, νόμιμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου επιτοκίου που αφορά τις οφειλές των ιδιωτών».
Το δικαστήριο με βάση αυτό το σκεπτικό δικαίωσε πολίτες στους οποίους το Δημόσιο κατέβαλε αποζημίωση με τόκο υπερημερίας 6% αντί 10% και αναίρεσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που είχε κρίνει συνταγματική τη σχετική ρύθμιση.
Το 2006 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επικαλούμενη λόγους δημοσίου συμφέροντος, είχε αποφανθεί ότι η διάταξη του νόμου 496/1974, που προβλέπει για τους ιδιώτες τόκο 6%, πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει. Την κρίση αυτή ανέτρεψε το 2008 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αλλά η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε πρόσφατα δύο αποφάσεις με τις οποίες επιμένει στη συνταγματικότητα της ρύθμισης.