Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΕ
Τα τρία προεκλογικά «δεν» του Γιώργου Παπανδρέου αλλά και του υπουργού Εργασίας Ανδρέα Λοβέρδου τους δύο πρώτους μήνες της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, «δεν αυξάνονται τα όρια συνταξιοδότησης, δεν μειώνονται οι συντάξεις, δεν αυξάνονται οι εισφορές», φαντάζουν σήμερα κοροϊδία.
Ηρθε το Μνημόνιο, μαζί με την κρίση, και τα σάρωσε όλα, ανατρέποντας όσα ξέραμε μέχρι σήμερα για τον εργασιακό μας βίο και τις συντάξεις. Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, για κάποιους «απορρύθμιση», διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα, η αποτίμηση της οποίας διχάζει. Μπορεί οι περισσότεροι, ίσως και όλοι, να συμφωνούσαν στην αναγκαιότητα παρεμβάσεων και μεταβολών στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, καθώς οι αριθμοί για τα ελλείμματα στα Ταμεία και τη συνταξιοδοτική δαπάνη έδειχναν το αδιέξοδο. Το πώς, με ποιον τρόπο όμως, θα διασφαλιστεί η οικονομική του βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου και η διαγενεακή και ενδογενεακή δικαιοσύνη (αν βέβαια αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά ζητούμενο), επιδέχεται διαφορετικές προσεγγίσεις. Μιλούν σήμερα στην «Ε» για το νέο Ασφαλιστικό οι καθηγητές Μάνος Ματσαγγάνης και Σάββας Ρομπόλης.
Σάββας Ρομπόλης, καθηγητής στο Πάντειο και επιστημονικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ
Θύματα οι νέοι
Η μεγαλύτερη αδικία συντελείται σε βάρος των νέων γενεών, επισημαίνει ο Σάββας Ρομπόλης, καθηγητής στο Πάντειο και επιστημονικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, μιλώντας για τον νέο ασφαλιστικό νόμο. «Θα πληρώνουν τις ίδιες εισφορές με εμάς αλλά θα πάρουν σχεδόν τη μισή σύνταξη.
Είναι αυτό που ονομάζω αρνητική ανταποδοτικότητα», σημειώνει και κάνει λόγο για μια διαγενεακή ανισότητα που πρέπει οπωσδήποτε κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να αποκατασταθεί.
Επισημαίνει ότι η εξισορρόπηση του επιπέδου των παροχών στις διάφορες επαγγελματικές ομάδες και η εξίσωση στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης ή στον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης γίνονται προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω όπως θα έπρεπε.
«Το συνδικαλιστικό κίνημα», επισημαίνει ο καθηγητής, «τα τελευταία 20 χρόνια, διεκδικεί οι όποιες ανισότητες υπάρχουν να αμβλυνθούν δυναμικά, να απορροφηθούν προς τα πάνω. Και βέβαια οι πόροι που θα χρειαστούν, γιατί θα χρειαστούν πόροι, να βρεθούν από νέες πηγές (αύξηση των αντικειμενικών αξιών δημόσιας και εκκλησιαστικής περιουσίας, τυχερά παιχνίδια, κερδοφορία τραπεζών και δημόσιων επιχειρήσεων, καζίνων κ.λπ.) και να μην επιβαρύνουν τις εισφορές που είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλές».
Μιλάτε για εξισορρόπηση. Πιστεύετε ότι υπήρχαν κάποιες επαγγελματικές ομάδες ή κατηγορίες που απολάμβαναν προνομιακή μεταχείριση με το προηγούμενο ασφαλιστικό σύστημα;
«Δεν θεωρώ ότι υπήρχαν προνόμια, γιατί οι όποιες διαφοροποιήσεις συνοδεύονταν από ένα διαφορετικό (υψηλότερο) επίπεδο εισφορών.
Επειτα, οι μητέρες με ανήλικο έβγαιναν στα 15, στα 20 ή τα 25 χρόνια παίρνοντας μειωμένες συντάξεις. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να μην υπήρχαν σε άλλες χώρες αλλά είχαν θεσμοθετηθεί εδώ για να εξισορροπήσουν την ανυπαρξία κοινωνικών δομών για την εργαζόμενη μητέρα. Τα επόμενα χρόνια ο γυναικείος πληθυσμός θα εξουθενωθεί μπαίνοντας στην αγορά εργασίας και προσπαθώντας να έχει μια ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής και το σημαντικότερο: τα νέα παιδιά θα πληρώνουν τις ίδιες εισφορές με αυτές που πληρώνει η προηγούμενη γενιά αλλά θα πάρουν σύνταξη μικρότερη κατά 40%».
Ο κ. Ρομπόλης θα πει ότι το κεντρικό πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα τα τελευταία 20 με 30 χρόνια είναι η συρρίκωνση του κεφαλαιακού του αποθέματος. Αυτό συνέβη λόγω της ανορθολογικής αξιοποίησης των αποθεματικών, που έγινε επί σειρά ετών, της εισφοροδιαφυγής και της σπατάλης που έχουμε, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις παροχές υγείας στον ιδιωτικό τομέα. Συνέβη γιατί ακόμη και οι νομοθετημένες, από το 1992, κρατικές εισροές δεν μπήκαν ποτέ στο ασφαλιστικό σύστημα. Η όποια πολιτική, λοιπόν, στην ουσία στοχεύει στην αποκατάσταση αυτού του κεφαλαιακού αποθέματος. Εδώ όμως είναι το κρίσιμο σημείο, το διακύβευμα: «Τα συνδικάτα μιλάνε για ανεύρεση πόρων από νέες πηγές, ενώ οι πολιτικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών αναζητούν χρήματα μέσα από τη μείωση των παροχών. Αυτή η παρέμβαση που γίνεται τώρα στην Ελλάδα και αυτές που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν το ασφαλιστικό σύστημα σαν δημοσιονομικό ζήτημα. Δεν το αντιμετωπίζουν ως κοινωνική παροχή στον εργαζόμενο». Τους ενδιαφέρει, προσθέτει ο καθηγητής, να περιορίσουν την κρατική δαπάνη.
Ο νόμος που ψηφίστηκε, εκτός από τις παραμετρικές αλλαγές, και είναι βασικό αυτό, όπως τονίζει, αλλάζει την ουσία, τον χαρακτήρα του συστήματος. Από διανεμητικό το κάνει κεφαλαιοποιητικό. Καταργεί την τριμερή χρηματοδότηση και περιορίζει τη δαπάνη του κράτους στη βασική σύνταξη.
Η δαπάνη του κράτους το 2008 ήταν στο 4,8% του ΑΕΠ. Θέλουν το 2060 να μην έχει ξεπεράσει το 7,5%. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι εάν οι δυόμισι ποσοστιαίες μονάδες αρκούν για να χρηματοδοτηθεί η βασική σύνταξη των 360 ευρώ, όταν σύμφωνα με αναλογιστική μελέτη της ΓΣΕΕ αυξάνονται οι συνταξιούχοι κατά 70% στο ίδιο χρονικό διάστημα;
Χαρακτηρίζει άδικη, όταν τον ρωτάμε, την κριτική που ασκείται στο συνδικαλιστικό κίνημα ότι δεν έκανε συγκεκριμένες εδώ και χρόνια προτάσεις και δεν πίεσε προς την κατεύθυνση μεταρρυθμίσεων που έπρεπε να γίνουν για να μη φτάσουμε εδώ που φτάσαμε.
«Από το 1990 εκπονούμε στη ΓΣΕΕ αναλογιστικές μελέτες, όταν το κράτος δεν είχε ακόμη κάνει. Ξέραμε πολύ καλά πού πήγαινε το σύστημα και από τότε μιλούσαμε για εξορθολογισμό του με σταδιακή ενοποίηση. Η ΓΣΕΕ είχε μιλήσει για τρία ταμεία από τότε, είχε μιλήσει για όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, στα 65 για τους άντρες, στα 60 για τις γυναίκες, και για σταδιακή αύξηση των παροχών. Ολα αυτά είχαμε πει ότι πρέπει να γίνουν προγραμματισμένα, σχεδιασμένα, ελεγχόμενα, για να μην ανατραπούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εργαζομένων και η οικονομική κατάσταση των Ταμείων. Οταν η ΓΣΕΕ είχε αντιρρήσεις για την ενοποίηση που προέβλεπε το νομοσχέδιο της Πετραλιά, δεν τις είχε σε ό,τι αφορούσε τον στόχο αλλά τον τρόπο που γίνονταν». *
Μάνος Ματσαγγάνης, επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Είχαμε το χειρότερο σύστημα στην Ευρώπη
Σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της αποκατάστασης της ασφαλιστικής ισονομίας των πολιτών χαρακτηρίζει ο Μάνος Ματσαγγάνης, επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον νέο ασφαλιστικό νόμο.
Σπεύδει, πάντως, να προσθέσει ότι το βήμα αυτό είναι ανεπαρκές όσον αφορά την εξάλειψη των εξαιρέσων και των σκανδαλωδών προνομίων, που έρχονται από το παρελθόν και συνεχίζουν να ισχύουν, για κάποιες κατηγορίες εργαζομένων.
Η κριτική του καθηγητή έχει πρωτίστως να κάνει με το ότι ενώ υπήρχε τώρα μια καταπληκτική ευκαιρία για να ενοποιηθεί μια και καλή το ασφαλιστικό σύστημα, αυτό δεν συνέβη. «Δεν υπήρχε κανένας λόγος», επισημαίνει, «να διατηρηθούν χωριστά Ταμεία γιατρών, μηχανικών, δικηγόρων, δημοσιογράφων, εργαζομένων στην Τράπεζα της Ελλάδος και δεν ξέρω τι άλλο. Ούτε να διατηρηθούν, απ’ ό,τι φαίνεται, εξαιρέσεις και προνόμια για τους ένστολους».
Είναι γνωστό πλέον, έχει διαρρεύσει, αναφέρει, ότι η ελληνική κυβέρνηση, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, έδωσε μάχη εναντίον της τρόικας για να της επιτραπεί να διατηρήσει αυτά τα χωριστά Ταμεία. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει.
Ολες αυτές, όμως, οι ανατροπές που βιώνουμε, αυξήσεις στα όρια ηλικίας, περικοπές συντάξεων, κεκτημένα τόσων χρόνων που πάνε περίπατο, πόσο εύκολο είναι να γίνουν αποδεκτές;
«Το Ασφαλιστικό που είχαμε ήταν το χειρότερο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε όλη την Ευρώπη. Κανείς δεν αξίζει να το υπερασπίζεται. Πολύ περισσότερο, πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που κατά τα άλλα ομνύουν στην Αριστερά ή στον σοσιαλισμό.
Η δική μου κριτική στον νέο νόμο δεν είναι ότι φέρνει ανατροπές αλλά ότι δεν φέρνει αρκετές ανατροπές, ότι δεν φτάνει πιο μακριά.
Το ασφαλιστικό σύστημα που είχαμε δεν ήταν μόνο άδικο, με την έννοια ότι φόρτωνε τα παιδιά μας με βάρη που ακόμη κι αν ήθελαν δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν, αλλά δεν διακρινόταν ούτε από ενδογενεακή δικαιοσύνη, μεταξύ δηλαδή διαφορετικών κατηγοριών συνταξιούχων.
Υπήρχε μια υπερβολικά κραυγαλέα ανισότητα για να γίνει ανεκτή σε ένα σύστημα συντάξεων που αντίθετα πρέπει να ενσωματώνει τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το σύστημα ήταν κατακερματισμένο, παραβίαζε την ισονομία των πολιτών και διαχώριζε τους συνταξιούχους σε προνομιούχους και μη».
Γιατί το Ασφαλιστικό είναι πάντα ένα άλυτο πρόβλημα, μια καυτή πατάτα;
«Το Ασφαλιστικό διεθνώς είναι ένα όχι άλυτο, αλλά δυσεπίλυτο πρόβλημα. Κατ’ αρχήν ένα σύστημα ασφαλιστικό ξεδιπλώνεται πλήρως σε ένα βάθος χρόνου περισσότερο από 50 χρόνια και εξ ορισμού εμπλέκει περισσότερες από μία γενιές. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά καθιστούν το Ασφαλιστικό ένα παράδοξο πολιτικό πρόβλημα. Αιχμή του παράδοξου, το ότι όλες οι αποφάσεις για το Ασφαλιστικό λαμβάνονται από τη σημερινή γενιά εργαζομένων και τη σημερινή γενιά συνταξιούχων, αλλά δεν συμμέχει στη συζήτηση αυτή η αυριανή γενιά εργαζομένων που σήμερα μπορεί να πηγαίνει στο σχολείο.
Ετσι, παρ’όλο που το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι το καλύτερο που έχει σκεφτεί ποτέ άνθρωπος, σε ζητήματα τύπου Ασφαλιστικού μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα. Κι αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχει κανείς στην τρέχουσα πολιτική σκηνή που να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελλοντικών γενεών εργαζομένων».
Τι σημαίνει κατά τη γνώμη σας η φράση «λύνω το Ασφαλιστικό»; Είναι κάτι που έχει να κάνει πρωτίστως με την κοινωνική δικαιοσύνη ή με την οικονομική βιωσιμότητα;
«Η διαγενεακή δικαιοσύνη ταυτίζεται με το θέμα της βιωσιμότητας.
Να πω επίσης ότι δεν υπάρχει επίλυση του Ασφαλιστικού, μια κι έξω. Χρειάζεται μια συνεχής προσαρμογή. Εάν το σύστημα δεν είναι εκτός ελέγχου, οι προσαρμογές είναι σχεδόν ανεπαίσθητες. Στην περίπτωσή μας δεν ήταν ανεπαίσθητες, γιατί το σύστημα ήταν εκτός ελέγχου.
Τα νούμερα είναι αμείλικτα: προβλέπεται ότι στις χώρες της Ε.Ε η συνταξιοδοτική δαπάνη θα αυξηθεί, κατά μέσο όρο, από το 11% του ΑΕΠ, περίπου στο 13%, σε 40 με 50 χρόνια.
Εμείς εδώ στην Ελλάδα ξέρουμε από το 2000, τότε δημοσιεύτηκε μια πρώτη μελέτη, ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη στο ίδιο χρονικό διάστημα θα αυξηθεί από το 12% στο 24%. Παρ’ όλα αυτά, δεν κάναμε τίποτα. Χάσαμε τουλάχιστον 10 πολύτιμα χρόνια. Και το πλέον απογοητευτικό είναι ότι αντί να προχωρήσουμε από τότε, από μόνοι μας σε μεταρρυθμίσεις, το κάναμε όταν λόγω χρεοκοπίας, λόγω ΔΝΤ και τρόικας, μας έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό».
Οι μεγάλες ανατροπές που επιφέρει ο νέος νόμος, θα πει ο κ. Ματσαγγάνης, αφορούν αρκετούς απ’ αυτούς, δυστυχώς όχι όλους, που μέχρι σήμερα απολάμβαναν σκανδαλώδη προνόμια. Για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων λίγα αλλάζουν.
Στα «τρωτά» του νέου νόμου συμπεριλαμβάνει την επιβίωση προνομίων για κάποιες επαγγελματικές ομάδες, απόρροια του πελατειακού συστήματος, και προτάσσει την ανάγκη να υπάρξει καθεστώς ασφαλιστικής ισονομίας.
Εκφράζει την άποψη ότι η βασική σύνταξη θα έπρεπε να δίνεται σε όλους πέρα από εισοδηματικά κριτήρια και ο συντελεστής ανταποδοτικότητας για την αναλογική σύνταξη να είναι ενιαίος, ανεξάρτητα από χρόνια ασφάλισης, ώστε να μην είναι πολύ χαμηλή η απόδοση των εισφορών για τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στην αγορά εργασίας, δεν τους κολλούν ένσημα και δεν έχουν ένα συνεχές ιστορικό ασφάλισης.
Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον ΟΓΑ. Σε 10 με 20 χρόνια θα αρχίσουν και εκεί τα προβλήματα, λέει, καθώς οι αγρότες φαίνεται να εξαιρούνται από τον γενικό κανόνα, όχι μόνο γιατί η απόδοση των εισφορών τους είναι καλύτερη απ’ ό,τι στις άλλες κατηγορίες, αλλά πρωτίστως γιατί το κράτος συνεχίζει να πληρώνει τα δύο τρίτα των εισφορών αυτών σαν να είναι εργοδότης τους.
«Με ενδιαφέρει η ίση μεταταχείριση», σημειώνει. «Νομίζω ότι τα όρια ηλικίας για τη συνταξιοδότηση πρέπει να είναι ίδια για όλους και ίδια να είναι η ποινή, το πέναλτι ή το πριμ για όσους αποφασίζουν να βγουν νωρίτερα ή αργότερα στη σύνταξη. Δεν είμαι, μη νομίζετε, υπέρ του να δουλεύουν όλοι μέχρι τα εκατό τους…».
Μα προς τα εκεί φαίνεται να πηγαίνουμε σιγά σιγά…
«Σας το λέω αυτό γιατί κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το Ασφαλιστικό υπήρξαν κι άλλες προτάσεις, στις οποίες δεν δόθηκε όμως ιδιαίτερη σημασία. Εδώ και 10 χρόνια έχουμε προτείνει ένα σύστημα σαν κι αυτό που εφαρμόζεται στη Σουηδία, την Ιταλία, την Πολωνία. Το ενδιαφέρον σ’ αυτό το σύστημα είναι ότι επιτρέπει στους εργαζόμενους να βγαίνουν -εντός κάποιων λογικών ορίων βέβαια- όποτε θέλουν στη σύνταξη. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν να βγουν από τα 52 τους έως τα 67 τους χρόνια. Το κόστος της επιλογής αυτής όμως το σηκώνει ο ίδιος ο εργαζόμενος. Αν βγεις νωρίς, θα πάρεις περισσότερο μειωμένη σύνταξη».
Μα και εδώ δεν γινόταν αυτό με τις πρόωρες;
«Ηταν πολλοί εδώ αυτοί που έπαιρναν κανονική σύνταξη σε πολύ μικρή ηλικία (ΔΕΚΟ, τράπεζες, μητέρες ανηλίκων). Νομίζω ότι η επιλογή τού “ζω με λιγότερα χρήματα και περισσότερο ελεύθερο χρόνο” ή “με περισσότερα χρήματα και λιγότερο ελεύθερο χρόνο” είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αποφασίζει κανείς μόνος του».
Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, ποια είναι κατά τη γνώμη σας η μεγάλη χαμένη ευκαιρία του Ασφαλιστικού;
«Ο νόμος Μάνου-Σιούφα το 1992 ήταν μια σοβαρή τομή. Η πλέον προβληματική του πλευρά είχε να κάνει με το ότι χώριζε τους ασφαλισμένους σε νέους και παλαιούς. Τότε, μόνο “εξαγοράζοντας” τους παλαιούς, με το να μην τους θίξεις τα προνόμια, ήταν δυνατόν να σταματήσουν οι απεργίες και να περάσει ό,τι τελικά πέρασε. Λογικά, μια σοβαρή σοσιαλιστική κυβέρνηση το ’93 θα έπρεπε να ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση αυτή, να εξισώσει τους όρους ασφάλισης για όλους. Αντί γι’ αυτό, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήρθε στην εξουσία με το σύνθημα “κάτω οι αντιασφαλιστικοί νόμοι Μάνου-Σιούφα”, τους οποίους, βέβαια, δεν άλλαξε γιατί και ο ίδιος αναγνώριζε ότι δεν μπορούσε να τους αλλάξει. Ηδη, όμως, η μεταρρύθμιση είχε συκοφαντηθεί και υπήρχε η αίσθηση ότι όποιος πειράζει το Ασφαλιστικό είναι νεοφιλελεύθερος και όποιος δεν το αγγίζει και το αφήνει να χρεοκοπήσει είναι σοσιαλιστής. Επομένως, το 1997, όταν ήρθε η έκθεση Σπράου και οι προτάσεις Γιαννίτση το 2001, τις οποίες σχεδόν κανείς από τους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ δεν υπερασπίστηκε, ήταν ήδη υπονομευμένη η όποια συζήτηση για το Ασφαλιστικό στην κοινή γνώμη». *