Το δημόσιο σύστημα υγείας νοσεί… Τα περισσότερα νοσοκομεία της χώρας παρουσιάζουν εικόνα αποσύνθεσης, με τις ελλείψεις προσωπικού, τα «κλειστά» κρεβάτια ΜΕΘ, τις τεράστιες λίστες αναμονής και την ελλιπή χρηματοδότηση να αποτελούν τα σημαντικότερα άλυτα προβλήματα στον ευαίσθητο χώρο της υγείας. Την ίδια ώρα τίθεται σε αμφισβήτηση η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται στους πολίτες. Oι ασθενείς στρέφονται αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα, ενώ αν δε ληφθούν άμεσα μέτρα από το υπουργείο Υγείας, το ΕΣΥ θα «κατεβάσει ρολά» και θα οδηγηθεί σταδιακά σε κλείσιμο!
Τραγική είναι η κατάσταση και στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Oπως αναφέρει στον «Α» ο πρόεδρος της Ενωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης (ΕΝΙΘ), Χρήστος Παπαστεργίου, τα νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας βρίσκονται σε… κώμα και οι πιθανότητες να κρατηθούν στη ζωή ολοένα και λιγοστεύουν! Η κατάσταση των υπηρεσιών υγείας διαρκώς υποβαθμίζεται και τα χρόνια προβλήματα του συστήματος οξύνονται και διαιωνίζονται. Πολλά τμήματα υπολειτουργούν, κλείνουν αίθουσες χειρουργείων, μηχανήματα τίθενται συχνά εκτός λειτουργίας, ασθενείς αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι και τέσσερις μήνες ακόμη και για μία απλή εξέταση, ενώ ο δημόσιος τομέας υγείας κοντεύει να γίνει συμπληρωματικός του ιδιωτικού.
Oι ελλείψεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΝΙΘ, στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» η υλικοτεχνική υποδομή είναι παλιά, στο ΑΧΕΠΑ δε γίνονται απλές ακτινοσκοπήσεις και στο Ιπποκράτειο δεν υπάρχει αγγειογράφος. Στο «Παπανικολάου» δεν υπάρχουν εργαστήρια πυρηνικής ιατρικής, ενώ τα νοσοκομεία «Γεννηματάς» και Ιπποκράτειο δε διαθέτουν αιμοδυναμικά εργαστήρια.
Μία ακόμη βασική αιτία υποβάθμισης του υγειονομικού συστήματος αποτελούν, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Oμοσπονδίας Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠOΕΔΗΝ), Σταύρο Κουτσιουμπέλη, οι σοβαρές ελλείψεις προσωπικού που υπάρχουν σε όλα σχεδόν τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Oι ελλείψεις αυτές, τόνισε, αφορούν όλες τις ειδικότητες, αλλά κυρίως εντοπίζονται στο νοσηλευτικό και στο παραϊατρικό προσωπικό. Μία στις τέσσερις οργανικές θέσεις νοσηλευτών στα νοσοκομεία είναι κενή και παρά την ανάπτυξη νέων τμημάτων δε γίνονται σε αντίστοιχο βαθμό προσλήψεις.
Oπως υπογραμμίζει ο κ. Kουτσιουμπέλης, «τη δεκαετία 1994-2004 επεκτάθηκαν οι υποδομές των νοσοκομείων κατά 80%, αλλά η στελέχωση σε νοσηλευτικό προσωπικό αυξήθηκε μόνο κατά 18%». Η κατάσταση αναμένεται να γίνει χειρότερη τα επόμενα χρόνια με το «κύμα» συνταξιοδοτήσεων στο ΕΣΥ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προσλήψεις μόνιμου προσωπικού δεν ξεπερνούν τις 800 κατ’ έτος, όταν οι συνταξιοδοτήσεις είναι τουλάχιστον 1.200, ενώ σε περιόδους «αιχμής» του ασφαλιστικού, όπως η φετινή χρονιά, φτάνουν τις 2.500 το χρόνο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΠOΕΔΗΝ, για να καλυφθούν τα κενά στο ΕΣΥ χρειάζονται τουλάχιστον 20.000 νοσηλευτές. Στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης εργάζονται περίπου 3.500 νοσηλευτές, αλλά για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των νοσοκομείων πρέπει να διπλασιαστούν.
Υπολειτουργούν
«Λόγω των σοβαρών ελλείψεων προσωπικού, πολλά τμήματα των νοσοκομείων λειτουργούν κάτω από τα όρια ασφαλείας», υπογραμμίζει ο αντιπρόεδρος της ΠOΕΔΗΝ, Πέτρος Κετικίδης, καθώς όπως λέει: «Εχουμε φτάσει στο σημείο ένας νοσηλευτής να φροντίζει κατά την απογευματινή και βραδινή βάρδια ακόμη και 40 ασθενείς!». Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι παθολογικές κλινικές, τα χειρουργεία και οι μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ).
Oι ΜΕΘ
Χωρίς το απαραίτητο προσωπικό δεν μπορούν να λειτουργήσουν οι ΜΕΘ. Το 2000 οι «κλειστές» κλίνες ΜΕΘ σε όλη τη χώρα ήταν 103, ενώ σήμερα φτάνουν τις 150. Στη Βόρεια Ελλάδα υπάρχουν μόνο 96 κλίνες ΜΕΘ, από τις 125 θεσμοθετημένες και η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί. Oπως τονίζει ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στο «Παπαγεωργίου», Γαβριήλ Ταχτατζόγλου, «στο νοσοκομείο λειτουργούν θεωρητικά 16 κρεβάτια ΜΕΘ, αλλά το προσωπικό που διαθέτει επαρκεί μόνο για τα 10 κρεβάτια». Ασχημη είναι η κατάσταση και στο Ιπποκράτειο, όπου, σύμφωνα με τον Λάζαρο Λαζούλα, μέλος του σωματείου εργαζομένων στο νοσοκομείο, λειτουργούν μόλις 7 κρεβάτια ΜΕΘ.
Παράλληλα, οι ελλείψεις προσωπικού έχουν αρνητικές συνέπειες τόσο στη λειτουργικότητα του συστήματος όσο και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αξονικοί και μαγνητικοί τομογράφοι λειτουργούν μόνο σε μία βάρδια, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι λίστες αναμονής και οι ασθενείς να καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, η αναμονή για αξονική τομογραφία ξεκινά από ένα μήνα και μπορεί να φτάσει τους τρεις μήνες, ενώ για μαστογραφία η ασθενής περιμένει μέχρι και τέσσερις μήνες.
Εξάλλου, εξαιτίας της μεγάλης λίστας αναμονής και των χαμηλής ποιότητας ξενοδοχειακών υπηρεσιών των δημόσιων νοσοκομείων, ο βαθμός ικανοποίησης των πολιτών από τις υπηρεσίες υγείας κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα. Είναι ενδεικτικό ότι οι Ελληνες πολίτες βαθμολογούν τα νοσοκομεία με 4,56, με άριστα το 10, ενώ τουλάχιστον ένας στους δύο καταφεύγει σε ιδιώτες γιατρούς και πληρώνει από την τσέπη του τις κατά τα άλλα δωρεάν υπηρεσίες υγείας…