Χρειάστηκαν μόνον λίγες ημέρες, για να αποσυρθεί το πρώτο και να κατατεθεί για διαβούλευση ένα δεύτερο αναθεωρημένο νομοσχέδιο, που μεταξύ άλλων προβλέπει την ενοποίηση των νοσοκομείων του ΙΚΑ και του ΕΣΥ. Ήταν λογικό, όταν επί χρόνια σοβούν φανερές ή υπόγειες συγκρούσεις ανάμεσα στα υπουργεία Υγείας και Εργασίας.
Του Κωστή Κεκελιάδη
Στη Θεσσαλονίκη οι συντάκτες του νομοσχεδίου κάνουν πρόβες με ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της δύσκολης σχέσης. Το β’ ΙΚΑ «Παναγία» εντάσσεται διοικητικά στο νοσοκομείο του ΕΣΥ «Άγιος Παύλος». Ο «γάμος» αφορά δύο νοσοκομεία γνώριμα από παλιά, αφού αμφότερα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Το 1986 το «Άγιος Παύλος» στο Φοίνικα περνά στο ΕΣΥ. Έχει όμως την ατυχία να λειτουργεί στα «χωράφια» του ΙΚΑ. Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή:
Όταν εντάχθηκε στο ΕΣΥ, το υπουργείο Εργασίας παραχώρησε στο Υγείας μόνο το κτίριο και όχι το οικόπεδο με τον αύλειο χώρο του ιδρύματος.
Επρόκειτο για «λεπτομέρεια», που θα στοίχιζε την ακύρωση μιας μελέτης επέκτασης που εκπονήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κόστισε αρκετά εκατομμύρια δραχμές (τις πάλαι ποτέ), καθώς και την απώλεια 38,5 εκατ. ευρώ από το Γ’ ΚΠΣ.
Το έργο της επέκτασης (ανάπτυξη νέων κλινικών και εργαστηρίων συνολικής δυναμικότητας 400 κλινών) εντάχθηκε στο Γ’ ΚΠΣ, αλλά η εκταμίευση των χρημάτων μπλόκαρε, όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν αδύνατον να εκδοθεί πολεοδομική άδεια, επειδή το οικόπεδο ανήκει στο ΙΚΑ. Αν και η τότε ηγεσία του υπουργείου Υγείας (Αλέκος Παπαδόπουλος) θεώρησε αρχικά ότι το θέμα μπορούσε να διευθετηθεί «σε μία μέρα», η επέκταση τελικά ακυρώθηκε και το νοσοκομείο που σήμερα έχει την ευθύνη υγειονομικής κάλυψης της ανατολικής Θεσσαλονίκης από το Φοίνικα μέχρι τη Μηχανιώνα (150.000 κάτοικοι) παρέμεινε με 200 κλίνες.
Μπορεί να αποδείχτηκε αδύνατον να βρεθεί ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ δύο φορέων του δημοσίου, αλλά τέτοιου είδους εμπόδια δύσκολα προκύπτουν, όταν πρόκειται για συμφωνίες με τον ιδιωτικό τομέα.
Με μία ιδιότυπη σύμβαση το ασφαλιστικό ταμείο πληρώνει (στην κλινική Δανιηλίδη από το 1976 και στον όμιλο Λιακουνάκου από το 2002) περίπου 400.000 ευρώ κάθε μήνα για το κτίριο, τον εξοπλισμό και τη μισθοδοσία μέρους του προσωπικού (68 από τους 550) τού υπό ένταξη στο ΕΣΥ νοσοκομείου του ΙΚΑ «Παναγία» στην Καλαμαριά. Στις αρχές του 2010 η προηγούμενη «γαλάζια» διοίκηση του ΙΚΑ πρόλαβε, πριν να αντικατασταθεί, να ανανεώσει τη σύμβαση για άλλα δύο χρόνια, αλλά υπάρχει όρος σύμφωνα με τον οποίο «λύεται αυτοδικαίως», αν υπάρξουν νομοθετικές αλλαγές ενοποίησης με το ΕΣΥ.
Τα δύο δώρα και το κουτί της Πανδώρας
Στο νομοσχέδιο προβλέπεται η ενοποίηση και των πέντε νοσοκομείων του ΙΚΑ (τα τέσσερα στην Αθήνα) που θα λειτουργούν ως «παραρτήματα» στις αντίστοιχες μονάδες του ΕΣΥ. Εάν το εγχείρημα αφορά μόνο τη διοικητική ενοποίηση, τα οφέλη είναι:
1. Απαλλαγή των ασφαλισμένων του ΙΚΑ από την υποχρέωση που έχουν τώρα να πληρώνουν τοις μετρητοίς για τις τακτικές επισκέψεις και τις εξετάσεις στις οποίες χρειάζεται να υποβληθούν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ, αφού το ασφαλιστικό ταμείο δικαιολογεί δωρεάν εξετάσεις μόνον σε δικά του ή συμβεβλημένα ιατρεία.
2. Εξοικονόμηση χρημάτων από την κατάργηση των διοικητικών συμβουλίων.
Η μεταφορά
Από το σχετικό άρθρο για τον τρόπο ένταξης του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού προκύπτει ότι όλο το προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση στο «φορέα υποδοχής» (νοσοκομείο ΕΣΥ), ακόμη και οι εργαζόμενοι με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εντάσσονται σε κενές θέσεις της ειδικότητάς τους. Η διατύπωση όμως ότι, «εάν αυτό δεν είναι εφικτό για οποιονδήποτε λόγο, τότε το προσωπικό καταλαμβάνει ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις, οι οποίες συστήνονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτό στους φορείς υποδοχής και καταργούνται με την -με οποιονδήποτε τρόπο- αποχώρηση του προσωπικού αυτού από την υπηρεσία», προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για το αν η ενοποίηση -σε καιρούς μνημονίου- θα είναι μόνο διοικητική.
Οι εκφράσεις «οποιοσδήποτε λόγος» και «οποιοσδήποτε τρόπος» αφήνουν ανοιχτά ενδεχόμενα τόσο για την τύχη του προσωπικού όσο και για τη συνακόλουθη συρρίκνωση κρεβατιών και κλινικών.
Εξάμηνη διορία
Το νομοσχέδιο επίσης ενοποιεί σε έναν οργανισμό τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ, τις παροχές του ΟΓΑ και του ΟΑΕΕ, τον ΟΠΑΔ και τον οίκο Ναύτη, αφαιρώντας όμως -σε αντίθεση με την πρώτη εκδοχή του- τα κέντρα υγείας, τα περιφερειακά και τα αγροτικά ιατρεία του ΕΣΥ. Σκοπός του οργανισμού, που τίθεται σε λειτουργία έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου, είναι η «ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας», εξαιρεί δηλαδή όλους τους ανασφάλιστους. Σε μία προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στα συναρμόδια υπουργεία ορίζεται ότι για τις παροχές, τον έλεγχο και την κοστολόγηση των υπηρεσιών την ευθύνη αναλαμβάνει το υπουργείο Υγείας, ενώ το κόστος, η οικονομική διαχείριση, ο έλεγχος και η χρηματοδότηση περνούν στο υπουργείο Εργασίας. Ο οργανισμός θα μπορεί να συνάπτει συμβάσεις παροχής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης με φορείς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Προφανώς για τη διευκόλυνση του τελευταίου (σε άλλο άρθρο της αιτιολογικής έκθεσης) «διαχωρίζεται ο υποχρεωτικός ετήσιος έλεγχος των ιδιωτικών κλινικών από τη διαδικασία χορήγησης ‘βεβαίωσης καλής λειτουργίας’, η οποία είναι απαραίτητη για τη σύναψη συμβάσεων με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς» και η ισχύς της επεκτείνεται από ένα σε τρία χρόνια.