Της Ελενας Kαρανατση
Με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και μάλιστα ταχύτερους από το ΑΕΠ αυξήθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια οι δαπάνες για υγεία και φαρμακευτική περίθαλψη στην Ελλάδα και συνολικά στην Ε.Ε.
Σύμφωνα με έρευνα του ΕΚΚΕ (Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών) με επικεφαλής τον πρόεδρο του κέντρου και καθηγητή Οικονομικών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Ιωάννη Ν. Υφαντόπουλο, το 73% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αγόρασε φάρμακα τους τελευταίους τρεις μήνες, μάλιστα οι γυναίκες σε μεγαλύτερο ποσοστό (81%) από τους άντρες (65%). Τα φάρμακα αυτά, σε ποσοστό 22%, ξέχασαν να πάρουν ή πήραν σε μικρότερη δόση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας στους τρεις ερωτηθέντες της έρευνας (34%) αγόρασε φάρμακο χωρίς συνταγή κατά τους τελευταίους τρεις μήνες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων (62%) τα φαρμακευτικά έξοδα καλύφθηκαν μερικώς από το ασφαλιστικό Ταμείο, μόλις 10% καλύφθηκαν πλήρως, ενώ το 27% τα πλήρωσε όλα από την τσέπη του. Η εξ ιδίων δαπάνη και μάλιστα εξ ολοκλήρου αποδίδεται από τους ερωτηθέντες σε ποσοστό 68% στο χαμηλό κόστος των συγκεκριμένων φαρμάκων για το οποίο δεν ήθελαν να μπουν σε διαδικασίες, ενώ το 16% απάντησε ότι η διαδικασία συνταγογράφησης – θεώρησης είναι χρονοβόρα. Οπως επεσήμανε ο κ. Υφαντόπουλος κατά τη διάρκεια ημερίδας με θέμα «Η πολιτική της φαρμακευτικής περίθαλψης στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης» οι λόγοι για τους οποίους αυξήθηκαν ραγδαία οι δαπάνες για υγεία και φαρμακευτική περίθαλψη σχετίζονται με την τεχνολογία, το επιδημιολογικό φάσμα, τον τρόπο ζωής και τις προσδοκίες των καταναλωτών όσον αφορά τη ζήτηση. Οσον αφορά την προσφορά, οι πωλήσεις των φαρμάκων καθορίζονται από τις επενδύσεις των φαρμακευτικών βιομηχανιών για έρευνα και ανάπτυξη, τα νέα φάρμακα, τις προσδοκίες των βιομηχανιών και των εμπόρων, τους φαρμακοποιούς, το μέγεθος του ιατρικού δυναμικού και τις συνταγογραφικές τους συνήθειες.
Οσον αφορά τον έλεγχο των δαπανών και της υπερσυνταγογραφίας έχουν αναπτυχθεί πολλές παρεμβάσεις από τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών που αποβλέπουν στον ηλεκτρονικό έλεγχο (bar-coding) της κατανάλωσης των φαρμάκων, στον έλεγχο των τιμών, στον περιορισμό της μονοπωλιακής κερδοφορίας, στον περιορισμό της συνολικής φαρμακευτικής κατανάλωσης κ.ά.
«Ο ρόλος των ρυθμιστικών παρεμβάσεων στον τομέα του φαρμάκου είναι ιδιαίτερα περίπλοκος. Αφενός μεν η αυστηρότητα των ρυθμίσεων σχετικά με την ασφάλεια, τις τιμές των φαρμάκων και τα κέρδη των εταιρειών μπορεί να αποθαρρύνει τις επενδύσεις των εταιρειών στην έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων, αφετέρου δε η θέληση των κυβερνήσεων να ενισχύσουν την εγχώρια φαρμακευτική βιομηχανία μπορεί να οδηγήσει στην ενδυνάμωση του μονοπωλιακού χαρακτήρα της φαρμακευτικής αγοράς», καταλήγει ο κ. Υφαντόπουλος.