Ο φόβος του αγνώστου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι όροι για τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας τους οποίους θα θέσουν οι τεχνοκράτες του Ταμείου (άσχετα από τη συμμετοχή της ΕΕ που θα ακολουθήσει τους ίδιους όρους), κυριάρχησε χθες στους κοινωνικούς εταίρους και ειδικά στους εργαζομένους.
Αιτία για τον προβληματισμό, η συνεχιζόμενη δυσπραγία στην ελληνική οικονομία και η νέα άνοδος των spreads που κινήθηκαν σε ύψηρεκόρ (πάνω και από 420 μονάδες). Μετά τη χθεσινή επιστολή του υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου προς τους κ. Ολι Ρεν, Ντομινίκ Στρος-Καν και ΖανΚλοντ Τρισέ όλοι προεξοφλούν την ένταξη στον μηχανισμό βοήθειας. Μάλιστα οι επιχειρηματίες εκτιμούν ότι με όλες τις κινήσεις που κάνει η κυβέρνηση απλώς προσπαθεί νακερδίσει χρόνο από τις αγορές και την προτρέπουν «να τελειώνουμεμια ώρα αρχύτερα μπαίνοντας στον μηχανισμό». Ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δ. Δασκαλόπουλος είπε χθες ότι « οι αγορές δεν πρόκειται να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, μόνη επιλογή η υποβολή αιτήματος για την άμεση ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης που αποφάσισε η Ευρωπαϊκή Ενωση ».
Για το θέμα της μείωσης μισθών και στον ιδιωτικό τομέα, που έθεσε για δεύτερη φορά χθες ο φινλανδός επίτροπος, επισήμως ο ΣΕΒ δεν σχολιάζει για να μη φέρει σε δύσκολη θέση τη ΓΣΕΕ εν όψει των συνομιλιών για τη Συλλογική Σύμβαση (οψέποτε αρχίσουν πλέον διότι έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες) αλλά τα περισσότερα μέλη του Συνδέσμου θεωρούν πλέον αδήριτη ανάγκη τη μείωση μισθών, «για να αποφευχθούν απολύσεις», όπως λένε ξεκάθαρα μεν, ανεπίσημα δε.
Μάλιστα, πολλοί εργοδότες από τον τριτογενή τομέα γενικότερα, αμφισβητούν και τον ρόλο του Οργανισμού Διαμεσολάβησης (ΟΜΕΔ) θεωρώντας ότι με τους μέσους όρους που εφαρμόζει, δίνει τελικά υπέρογκες αυξήσεις στους εργαζομένους. Αντίθετα, η ΓΣΕΕ με ανακοίνωσή της προσπαθεί να κρατήσει την τελική γραμμή άμυνας που είναι η αποτροπή των μειώσεων μισθών αφού για αυξήσεις δεν γίνεται πλέον λόγος.
Η Συνομοσπονδία καταδικάζει τη «δαιμονοποίηση» των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα ως κύριο αίτιο έλλειψης ανταγωνιστικότητας, άποψη πάντως που συμμερίζονται και αρκετοί εργοδότες. Απαντώντας στον κ. Ρεν, η ΓΣΕΕ τον καλεί να εργαστεί για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης αντί να απεργάζεται μείωση του μισθολογικού κόστους, «που έφερε την Ευρώπη στη σημερινή κατάσταση» όπως λένε χαρακτηριστικά. Στη ΓΣΕΕ πάντως επικρατεί τώρα προβληματισμός επειδή δεν αποδέχτηκε τον Νοέμβριο την πρόσκληση του ΣΕΒ για διαπραγματεύσεις που θα είχαν οδηγήσει τότε σε χαμηλές έστω αυξήσεις, ενώ τώρα κάτι τέτοιο μάλλον αποκλείεται.
Από την πλευρά τους οι εργοδότες λένε ότι « με τον ελιγμό του αιτήματος για διαβουλεύσεις η κυβέρνηση ζητεί από τις αγορές μια περίοδο χάριτος. Αλλάη παράταση της αβεβαιότητας πλήττει καθημερινά την παραγωγική οικονομία, ενώ κινδυνεύει να κάνει ακόμη πιο επαχθές το κόστος δανεισμού μας και, ενδεχομένως, να αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή βούληση στήριξης της χώρας μας ».
Ωστόσο και οι ίδιοι οι εργοδότες με τα προβλήματα που έχουν στις επιχειρήσεις τους και τα επαπειλούμενα λουκέτα αντιμετωπίζουν με δέος την ιδέα μιας γενικευμένης κοινωνικής αναταραχής σε περίπτωση που επιβληθούν οι σκληροί όροι του ΔΝΤ, που προβλέπουν περικοπή 2 από τις 14 συντάξεις που λαμβάνουν οι έλληνες συνταξιούχοι, εφαρμογή νωρίτερα του «σκληρού» υπολογισμού των συντάξεων και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων μέσω κατάργησης της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.