Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
“Στο σκαμνί” σήμερα πέντε γιατροί του Βενιζελείου για το θάνατο 19χρονου
Πέντε γιατροί του Βενιζελείου Νοσοκομείου αναμένεται να καθίσουν σήμερα στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου κατηγορούμενοι για το θάνατο ενός 19χρονου από την Αλικαρνασσό, ο οποίος είχε τραυματιστεί βαρύτατα σε τροχαίο.
Όπως αποκαλύπτεται στο κατηγορητήριο αν και σε κρίσιμη κατάσταση και με ορατό το φόβο των επιπλοκών, ο 19χρονος μεταφέρθηκε από τη ΜΕΘ σε κοινό θάλαμο μαζί με άλλους έξι ασθενείς. Την επίμαχη νύχτα ο γιατρός της «εφημερίας ετοιμότητας», εφημέρευε …εκτός νοσοκομείου και όταν κάποια στιγμή εντοπίστηκε τηλεφωνικά, φέρεται να αρνήθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο. Το βαρύ περιστατικό κλήθηκε να διαχειριστεί μόνη της η ειδικευόμενη που μάταια αναζητούσε τους ανωτέρους της για να τους ενημερώσει.
Στο κατηγορητήριο που συνέταξε η εισαγγελέας κ. Δούρου αναφέρεται για τους πέντε κατηγορούμενους ότι «δεν μερίμνησαν για την ενδεδειγμένη, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, αντιμετώπιση της κρίσιμης κατάστασης της υγείας του νοσηλευόμενου πολυτραυματία ώστε να αποτραπεί το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του».
Ο άτυχος 19χρονος νοσηλευόταν στη ΜΕΘ του Βενιζελείου από τις 29 Αυγούστου έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2005. Είχε υποβληθεί σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις.
Η αντίστροφη μέτρηση για τις αμέλειες που κατηγορούνται ότι επέδειξαν οι γιατροί αρχίζουν από τις 21 Σεπτεμβρίου οπότε και συμφωνήθηκε να μεταφερθεί ο 19χρονος από τη ΜΕΘ σε κοινό θάλαμο της Ορθοπεδικής.
«Εφημέρευε εκτός νοσοκομείου»
Δύο ημέρες μετά την έξοδο του 19χρονου από τη ΜΕΘ και τη μεταφορά του στο θάλαμο, ο ένας από τους θεράποντες γιατρούς είχε εφημερία ετοιμότητας. Στο κατηγορητήριο τονίζεται: «εντούτοις απουσίαζε από το Νοσοκομείο, έχοντας παράλληλα αποκλείσει κάθε δυνατότητα επικοινωνίας μαζί του και άμεσης ενημέρωσης του σε επείγουσες ή έκτακτες περιπτώσεις κατά τις οποίες θα ήταν αναγκαία η μετάβαση του στην κλινική για την παροχή της αναγκαίας ιατρικής συνδρομής εκ μέρους του.
Από το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου μέχρι και λίγο μετά τις 11 τη νύχτα, ο 19χρονος άρχισε να εμφανίζει σταδιακά επιδείνωση της κατάστασης του και διάφορα ανησυχητικά συμπτώματα που υποδήλωναν την έναρξη σηπτικής καταπληξίας.
Αντί όμως ο ασθενής να μεταφερθεί εσπευσμένα στη ΜΕΘ, παρέμεινε στο θάλαμο «όπου κλήθηκε να αντιμετωπίσει την κατάσταση μόνη, χωρίς την συνδρομή των θεραπόντων γιατρών και του εφημερεύοντος ειδικευμένου γιατρού, η ειδικευόμενη γενική γιατρός, η οποία αν και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους ανωτέρους της, αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Μάλιστα αν και κάλεσε επανειλημμένως τον εφημερεύοντα και αναπληρωτή διευθυντή της Κλινικής, αυτός δεν απαντούσε στο τηλέφωνο και δεν κατέστη έτσι δυνατόν να τον ενημερώσει σχετικά για να σπεύσει εκεί και να επιληφθεί του περιστατικού, δίνοντας εντολή για την εισαγωγή του ασθενούς στη ΜΕΘ όπου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παραπάνω κατάσταση της υγείας του, με την αναγκαία μηχανική υποστήριξη της πνευματικής και καρδιακής του λειτουργίας και της εξειδικευμένης φροντίδας των εντατικολόγων.
Στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι ο εφημερεύων γιατρός εντοπίστηκε τηλεφωνικά στη 1 τα ξημερώματα της 24ης Σεπτεμβρίου, «οπότε και αρνήθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο».
Δυστυχώς η ατυχία του 19χρονου είχε και συνέχεια καθώς υπήρξε καθυστέρηση και από την πλευρά της εφημερεύουσας γιατρού της ΜΕΘ.
Όταν πια διαπιστώθηκε έντονη αιμορραγική διάθεση στο τραύμα του δεξιού μηρού, πτώση των λειτουργιών και πλήρη απώλεια της δυνατότητας επικοινωνίας του ασθενούς με το περιβάλλον, ειδοποιήθηκε η εφημερεύουσα γιατρός της ΜΕΘ προκειμένου να προσέλθει επειγόντως στο θάλαμο νοσηλείας του 19χρονου.
«Αυτή προσήλθε-αναφέρει το κατηγορητήριο-με καθυστέρηση τουλάχιστον 20 λεπτών με αποτέλεσμα να χαθεί και άλλος πολύτιμος χρόνος καθώς όταν τελικά προσήλθε στην Εντατική, ο ασθενής βρισκόταν ήδη σε στάδιο υποογκαιμικής και σηπτικής καταπληξίας και η ανάκαμψη των λειτουργιών του είχε ήδη καταστεί αδύνατη, παρά τη χρήση φορητού αναπνευστήρα που μεταφέρθηκε από τη ΜΕΘ και τις προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης.
Συνεπεία της παραπάνω συγκλινούσης αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, επήλθε τελικά ο θάνατος του 19χρονου εξαιτίας «καταπληξίας αιμορραγικής αιτιολογίας».
Το κατηγορητήριο
Το κατηγορητήριο αναφέρει: «ενώ εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση, καθώς εμφάνιζε υψηλό πυρετό, τραχειοτομία, μέλανες κενώσεις και σύγχυση, όντας διασωληνωμένος, συμπτώματα που επέβαλαν την περαιτέρω παραμονή του στη ΜΕΘ, εντούτοις η εντατικολόγος αποφάσισε με την σύμφωνη γνώμη του διευθυντή της Ορθοπεδικής και του θεράποντα ορθοπεδικού, να μεταφερθεί στην Ορθοπεδική Κλινική, η οποία δεν διαθέτει τον αναγκαίο τεχνικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών».
Όπως επισημαίνεται, αν και ο ασθενής έχρηζε αυξημένης φροντίδας καθώς ήταν πιθανό να εμφανίσει υποτροπή και νέες επιπλοκές που θα απαιτούσαν την εκ νέου εισαγωγή του στη ΜΕΘ, εντούτοις οι θεράποντες γιατροί του δεν μερίμνησαν για τη μεταφορά του σε μονόκλινο αποστειρωμένο θάλαμο, πλησίον του γραφείου της προϊσταμένης της Ορθοπεδικής Κλινικής ώστε να είναι δυνατός ο άμεσος και αδιάλειπτος έλεγχος του από αυτήν, ούτε έδωσαν εξειδικευμένες οδηγίες στο νοσηλευτικό προσωπικό, σχετικά με την ειδική νοσηλευτική φροντίδα που θα έπρεπε να παράσχουν στον ασθενή. Τον τοποθέτησαν σε κοινό θάλαμο αρχικά μαζί με άλλους έξι ασθενείς και στην συνέχεια με άλλους τρεις.