Παγκόσμια πρωτιά της Ελλάδας με 57% ιδιωτικές δαπάνες υγείας και 100% άμεσες πληρωμές, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ.
Της Ελένης Πετροπούλου
Σε μεγάλο… χορηγό του ιδιωτικού τομέα Υγείας αναδεικνύονται τα ασφαλιστικά ταμεία τα οποία χρηματοδοτούν σε πολύ μεγάλο βαθμό, τη λειτουργία του ιδιωτικού διαγνωστικού αλλά και νοσοκομειακού τομέα. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο οι πληρωμές ενός Ταμείου, του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών την περίοδο 2004 – 2007 προς τις ιδιωτικές κλινικές και τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα ανήλθαν σε περισσότερα από 311 εκατομμύρια ευρώ. Οι δαπάνες μάλιστα που κατέβαλε το Ταμείο προς τον ιδιωτικό τομέα για τους ασφαλισμένους του είναι αυξημένες κατά 40% μέσα σε 4 χρόνια.
Την ίδια ώρα, το ΕΣΥ είναι το «εφαλτήριο» για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα υγείας. Οι ανεπάρκειες του δημόσιου συστήματος υγείας και ειδικότερα τα προβλήματα και οι αδυναμίες που συνδέονται με τον εξοπλισμό και τη στελέχωση των υπηρεσιών του, «στρέφουν» τους ασθενείς στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα μάλιστα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την Υγεία, για το 2007 η Ελλάδα με 57% ιδιωτικές δαπάνες υγείας και 100% άμεσες πληρωμές βρίσκεται στην 1η θέση του κόσμου.
Στοιχεία
Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάστηκαν χθες από τον υπ. διδάκτορα Πολιτικής Υγείας και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, κ. Γαβριήλ Κουρή κατά τη διάρκεια του συνεδρίου «Κοινωνική Μεταρρύθμιση και αλλαγές στο μείγμα «Δημόσιου» – «Ιδιωτικού» στο πεδίο της Κοινωνικής Προστασίας», που οργάνωσε η Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής και ολοκληρώνεται σήμερα.
Οπως είπε, ο ιδιωτικός τομέας υγείας καταγράφει, τα τελευταία χρόνια, μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη, ενώ ο χώρος της ιδιωτικής υγείας, χαρακτηρίζεται από υψηλούς δείκτες απόδοσης-κερδοφορίας, δημιουργώντας ένα νέο δυνητικό επιχειρηματικό τοπίο και προσελκύοντας νέους επενδυτές στον χώρο της παροχής υπηρεσιών υγείας.
Αφαίμαξη
Η οικονομική «αφαίμαξη» εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που καταγράφεται κάθε χρόνο στα ασφαλιστικά ταμεία προς όφελος του ιδιωτικού τομέα υγείας καταγράφεται και από δύο έρευνες που παρουσιάστηκαν στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Διοίκηση, τα Οικονομικά και τις Πολιτικές Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας. Ενδεικτικό είναι μόνο τέσσερα ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ και ΟΠΑΔ) πληρώνουν τον χρόνο περισσότερα 520 εκατομμύρια ευρώ για την περίθαλψη και τις εξετάσεις των ασφαλισμένων τους σε ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα.
Σύμφωνα μάλιστα με την έρευνα, οι πληρωμές των 4 ασφαλιστικών ταμείων αντιπροσωπεύουν το 52%-60% του εκτιμώμενου κύκλου εργασιών του ιδιωτικού τομέα υγείας. Και η δαπάνη που θα καταβάλουν τα ταμεία είναι υψηλότερη κατά 67%-72%, σε σχέση με την νοσηλεία σε δημόσιο νοσοκομείο. Πιο συγκεκριμένα, στην πρώτη έρευνα που αφορά στις πηγές χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα υγείας, χρησιμοποιήθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ και ΟΠΑΔ, τα οποία το 2003 προσέφεραν κάλυψη υγείας στο 85,1% του ασφαλιστικού πληθυσμού της χώρας.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, κατά την τριετία 2001-2003 οι πληρωμές των 4 ασφαλιστικών ταμείων προς τις ιδιωτικές κλινικές και τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα ξεπέρασαν το 1,56 δισ. ευρώ, ήτοι 520 εκατομμύρια ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο. Οπως αναφέρει ο ερευνητής, «τα ποσά αυτά υποεκτιμούν την πραγματική ροή χρηματοδότησης από τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας προς τον ιδιωτικό τομέα υγείας» καθώς δεν περιλαμβάνουν:
Κάλυψη
Τις πληρωμές των ασφαλιστικών ταμείων προς τις ιδιωτικές μονάδες τεχνητού νεφρού, τις πληρωμές του ΙΚΑ σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, στοιχεία για τα υπόλοιπα 31 ταμεία υγείας της χώρας τα οποία και καλύπτουν το 14,9% του ασφαλιστικού πληθυσμού.
Από τα αποτελέσματα της δεύτερης έρευνας που αφορά το μέσο κόστος νοσηλείας ασφαλισμένων ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ συγκριτικά σε δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές, για την ίδια χρονική περίοδο προκύπτει ότι το μέσο καταβαλλόμενο από τα τρία ταμεία κόστος ανά νοσηλευθέντα ασφαλισμένο στα δημόσια νοσοκομεία κυμάνθηκε μεταξύ 774-896 ευρώ, όταν το αντίστοιχο κόστος σε περίπτωση νοσηλείας σε ιδιωτικές κλινικές κυμάνθηκε μεταξύ 1.330 – 1.492 ευρώ. Συγκριτικά υψηλότερο κατά 67%-72%.
«Πληγή» η έλλειψη πρωτοβάθμιων υπηρεσιών
Η τεχνητή ζήτηση για φάρμακαι και εξετάσεις πυροδοτείται από τον έντονο ανταγωνισμό των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων
Σύμφωνα με τον κ. Κουρή, η απουσία ενός ολοκληρωμένου συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), ικανού να παρέχει υπηρεσίες πρόληψης, περίθαλψης και φροντίδας καθώς και οι ανεπάρκειες που καταγράφει ο δημόσιος τομέας στο κομμάτι της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (ελλείψεις σε υποδομές, προσωπικό και ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό), έχουν στρέψει τους πολίτες στον ιδιωτικό διαγνωστικό τομέα, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, υποκαθιστώντας (και όχι συμπληρώνοντας) τον δημόσιο τομέα, στις περιοχές όπου οι υπηρεσίες του τελευταίου, αδυνατούν να ανταποκριθούν στη ζήτηση, μην καλύπτοντας το σύνολο του πληθυσμού για εργαστηριακές-διαγνωστικές υπηρεσίες (Αττική, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη). Ταυτόχρονα, ο μεγάλος αριθμός ιδιωτικών διαγνωστικών εργαστηρίων (401) και ο έντονος ανταγωνισμός για τη βιωσιμότητά τους, επισημαίνει ο κ. Κουρής, συνιστούν βασικό παράγοντα διόγκωσης του φαινόμενου της προκλητής ζήτησης, το οποίο ενισχύεται από την απουσία ενός αποτελεσματικού ελεγκτικού μηχανισμού.
«Αποτέλεσμα αυτού, είναι τα ασφαλιστικά ταμεία να καταβάλλουν μεγάλα ποσά για συνταγογραφία και υπηρεσίες υψηλού κόστους των ασφαλισμένων τους, «αιμοδοτώντας», σε πολύ μεγάλο βαθμό, τη λειτουργία του ιδιωτικού διαγνωστικού αλλά και νοσοκομειακού τομέα», τόνισε χαρακτηριστικά. Σε ό,τι αφορά την ιδιωτική δευτεροβάθμια περίθαλψη στην Ελλάδα αυτή αποτελείται από νοσοκομεία-κλινικές δύο ταχυτήτων. «Στην πρώτη κατηγόρια ανήκει το μεγαλύτερο μέρος των ιδιωτικών κλινικών, οι οποίες διαθέτουν, ως επί το πλείστον, μικρό αριθμό κλινών και η βιωσιμότητά τους είναι αμφίβολη λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση για άρτιες και ποιοτικά αναβαθμισμένες υπηρεσίες υγείας», είπε ο κ. Κουρής.
Από την άλλη, σημείωσε, υπάρχει ένας μικρός (αλλά σημαντικός) αριθμός ιδιωτικών υγειονομικών μονάδων, που βρίσκονται κυρίως στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, οι οποίες είναι άρτια οργανωμένες, με σύγχρονο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό (συνήθως τελευταίας τεχνολογίας) και οι οποίες προσφέρουν υπηρεσίες υψηλού επιπέδου τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, διαμορφώνοντας τις εξελίξεις στην εν λόγω αγορά.
Καταλήγοντας ο κ. Κουρής τόνισε ότι οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας επενδύουν στην αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό του ιατρικού εξοπλισμού τους, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι ο δημόσιος τομέας, διευρύνοντας έτσι το ιατροτεχνολογικό «πλεονέκτημά» τους έναντι του ΕΣΥ, με την απόκτηση μηχανημάτων τελευταίας τεχνολογίας (π.χ. σύστημα Στερεοτακτικής Ακτινοχειρουργικης CyberKnife – Ιατρόπολις, σύστημα ρομποτικής χειρουργικής Da Vinci – Ιατρικό Αθηνών και Υγεία, κ.ά.). Στις περισσότερες μάλιστα των περιπτώσεων η αύξηση είναι τουλάχιστον διπλάσια σε σχέση με τον δημόσιο τομέα υγείας.
- 40% αυξήθηκαν οι καταβολές του ΟΑΕΕ προς τις ιδιωτικές κλινικές και τα διαγνωστικά κέντρα την περίοδο 2004-2007 και διαμορφώθηκαν στα 311 εκατ. ευρώ.
- 52% – 60% του τζίρου του ιδιωτικού τομέα υγείας αντιπροσωπεύουν οι πληρωμές τεσσάρων ασφαλιστικών φορέων.
- 81% των ασφαλισμένων της χώρας καλύπτονται όσο αφορά τις υπηρεσίες υγείας από το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ, τον ΟΓΑ και τον ΟΠΑΔ.
- 1,56 δισ. ή 520 εκατ. ευρώ ετησίως ήταν οι πληρωμές τεσσάρων ασφαλιστικών φορέων προς τους ιδιώτες την τριετία 2001 – 2003.
- 62% – 72% είναι αυξημένο το καταβαλλόμενο κόστος ανά ασθενή στις ιδιωτικές κλινικές.
- 1.492 ευρώ ήταν η άμεσα καταβαλλόμενη δαπάνη για νοσηλεία σε ιδιωτικές κλινικές έναντι 774 – 896 ευρώ που ήταν η δαπάνη για νοσηλεία στα δημόσια νοσοκομεία
ΑΠΟΨΗ
Χρειάζεται μια νέα εθνική πολιτική
Του Γ. Κουρή
«Ο ιδιωτικός τομέας υγείας πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις σε ιατρο-τεχνολογικό εξοπλισμό, με προσέλκυση ανθρώπινου δυναμικού από το ΕΣΥ και το ΙΚΑ, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις νέες συνθήκες που δημιουργούνται από την απελευθέρωση της αγοράς παροχής υπηρεσιών υγείας, με αποτέλεσμα ο ιδιωτικός τομέας να θεωρείται -αν όχι ο κύριος, τουλάχιστον-ισότιμος «παίχτης» του ΕΣΥ, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη θέση του δημόσιου συστήματος υγείας και κατά συνέπεια τον ρόλο του κράτους στην παροχή των υπηρεσιών υγείας και για τους πολίτες και τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους. Σε κάθε περίπτωση, ζητούμενο στην Ελλάδα, αποτελεί η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής πολιτικής υγείας στην οποία, κυρίαρχοι στόχοι θα αποτελούν:
1. Η ένταξη της ιδιωτικής υγείας στον ευρύτερο κοινωνικό στόχο της παροχής υπηρεσιών υγείας, στο πλαίσιο μιας μεικτής οικονομίας υγείας, όπου θα συνυπάρχουν «αρμονικά» νέα μοντέλα σχέσεων μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
2. Η παροχή ενός ελαχίστου αποδεκτού επιπέδου υγειονομικής φροντίδας σε όποιον την έχει ανάγκη ανεξάρτητα της οικονομικής του δυνατότητας.
3. Η εξασφάλιση της βιώσιμης χρηματοδότησης των υπηρεσιών υγείας από:
α) τους πόρους του κράτους (φορολογία),
β) την κοινωνική ασφάλιση γ) τους πολίτες, περιορίζοντας/μηδενίζοντας, τα περιθώρια αυθαίρετης χρέωσης του πολίτη για τις υπηρεσίες που δικαιούται.
4. Ο περιορισμός των άσκοπων διαγνωστικών εξετάσεων και θεραπειών.
5. Η τεκμηρίωση στην ιατρική πράξη.
6. Το υπουργείο Υγείας να αναλάβει την υποχρέωση να θεσπίσει ενιαίους κανόνες, να διασφαλίσει την τήρησή τους, να θέσει κριτήρια ποιότητας και να ελέγξει την εφαρμογή τους.