Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ
Ακόμη και το 20% των εξετάσεων που σήμερα πραγματοποιούνται στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσαν να γίνονται στο ΕΣΥ, στο πλαίσιο της ολοήμερης λειτουργίας των νοσοκομείων, εφόσον βεβαίως ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την οργάνωση του νέου συστήματος, όπως η υιοθέτηση ελεγκτικών μηχανισμών.
Την εκτίμηση αυτή κάνουν οι επιστήμονες της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) σε μελέτη τους με αφορμή το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας για την «αναβάθμιση του ΕΣΥ και την ολοήμερη λειτουργία των νοσοκομείων». Η μελέτη έχει υποβληθεί στην υπουργό Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου και εξετάζεται σε κεντρικό επίπεδο. Σύμφωνα με τα δεδομένα που χρησιμοποιούν οι ερευνητές, εάν τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργήσουν και το απόγευμα, το πρώτο έτος (2011) θα έχουν ενταχθεί 25 νοσηλευτικά ιδρύματα στο νέο θεσμό, θα προσελκύσουν το 5% των ιατρικών επισκέψεων από συμβεβλημένα ιατρεία, από ιδιωτικά ιατρεία και από τα πρωινά τακτικά εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων. Αντίστοιχο θα είναι το ποσοστό των παρακλινικών και απεικονιστικών εξετάσεων.
Σύμφωνα με την εκτίμηση της ΕΣΔΥ, το καθαρό όφελος για το σύστημα μπορεί να κυμανθεί από 78 εκατ. ευρώ έως και 100 εκατ. ευρώ για το ίδιο χρονικό διάστημα. Το ύψος του οφέλους θα εξαρτηθεί από τα λειτουργικά έξοδα της εφαρμογής του συστήματος. Εάν οι αμοιβές του προσωπικού παραμείνουν σταθερές και ανέρχονται σε 150 ευρώ ανά γιατρό και 75 ευρώ ανά παραϊατρικό προσωπικό (σύνολο 30,8 εκατ. ευρώ) τότε τα μεικτά οφέλη θα φτάσουν τα 130,8 εκατ. ευρώ και τα καθαρά θα διαμορφωθούν στα 100 εκατ. Σε περίπτωση που οι αμοιβές καθοριστούν με βάση το ποσοστό των ακαθάριστων εσόδων και η κατανομή είναι 35% για τους επαγγελματίες υγείας και 5% για γενικά μικροέξοδα, τότε το υπόλοιπο 60% θα φθάνει στα ταμεία των νοσοκομείων και το συνολικό όφελος θα αγγίζει στην περίπτωση αυτή τα 78 εκατ. ευρώ.
Αντιμισθία και ποσοστό
Πάντως η ομάδα εργασίας προτείνει μια μέση λύση για το θέμα της αμοιβής όσων απασχοληθούν και το απόγευμα και περιλαμβάνει μια πάγια αντιμισθία συν ένα ποσοστό επί των ακαθάριστων εσόδων από τις εξετάσεις.
Κατά το δεύτερο έτος λειτουργίας του θεσμού, το 2012, που θα έχουν ενταχθεί 66 νοσοκομεία στο σύστημα υπολογίζεται ότι το ποσοστό αγοράς ιατρικών και διαγνωστικών εξετάσεων που σήμερα πηγαίνουν στον ιδιωτικό τομέα και θα αποκτηθούν από το ΕΣΥ θα φτάσει το 12,5%. Οσο για τα οφέλη, αυτά μπορεί να κυμανθούν από 205 έως 268 εκατ. ευρώ ανάλογα με τα λειτουργικά έξοδα.
Την τρίτη χρονιά, που θεωρητικά θα έχουν ενταχθεί τα περισσότερα νοσοκομεία στο σύστημα της ολοήμερης λειτουργίας (σύνολο 102), υπολογίζεται ότι το 17,5% των ιατρικών επισκέψεων και παρακλινικών εξετάσεων που σήμερα γίνονται στον ιδιωτικό τομέα θα πραγματοποιούνται στο ΕΣΥ. Το ποσοστό για τις απεικονιστικές εξετάσεις είναι ακόμη μεγαλύτερο και φθάνει το 20%. Στο αισιόδοξο αυτό σενάριο τα οφέλη των νοσοκομείων θα τριπλασιαστούν σε σχέση με το πρώτο έτος εφαρμογής του συστήματος και μπορεί να φθάσουν από 293 έως και 372 εκατ. ευρώ.
Βασική προϋπόθεση όμως για να επιτευχθεί ο στόχος είναι πρωτίστως να εξασφαλιστεί η συναίνεση του ιατρικού και νοσηλευτικού κλάδου. Ταυτόχρονα πρέπει να αποσαφηνιστεί υπό ποιο καθεστώς οι ασθενείς θα επισκέπτονται τα νοσοκομεία, εάν δηλαδή θα καταβάλουν συμμετοχή ή όχι αλλά και να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός ώστε να μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες που σήμερα δεν καλύπτονται ούτε τις πρωινές ώρες λειτουργίας του ΕΣΥ.