Τα στοιχεία αυτά ανακοίνωσε χθες ο καθηγητής Καρδιολογίας ΑΠΘ Χαράλαμπος Καρβούνης κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που δόθηκε με αφορμή το 9ο Διεθνές Συνέδριο Καρδιολογίας “New Trends in Cardiology”, που αρχίζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη.
“Στη χώρα μας 1 στα 100 παιδιά γεννιέται με συγγενή καρδιοπάθεια. Έως την ηλικία των 17 ετών, τα παιδιά αυτά παρακολουθούνται από παιδίατρους ή παιδοκαρδιολόγους. Όταν όμως ενηλικιωθούν, χρειάζονται καρδιολόγο, αλλά δυστυχώς στη Βόρεια Ελλάδα δεν υπάρχει οργανωμένο ιατρείο που να παρέχει αυτές τις υπηρεσίες. Το κενό, λοιπόν, έρχεται να καλύψει το ιατρείο του ΑΧΕΠΑ”, εξήγησε ο κ. Καρβούνης.
Παράλληλα ανέφερε ότι το ίδιο ιατρείο θα αντιμετωπίζει και τα περιστατικά πνευμονικής υπέρτασης, η οποία θεωρείται σπάνια πάθηση, από την οποία πάσχουν 1.000-2.000 Έλληνες. Ωστόσο διαγιγνώσκεται δύσκολα, διότι έχει ήπια συμπτώματα. Για το λόγο αυτό φιλοδοξία των γιατρών του ΑΧΕΠΑ είναι να αποτελέσει το νέο ιατρείο κέντρο αναφοράς στη Βόρεια Ελλάδα για τη σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση της πνευμονικής υπέρτασης.
ΑΜΦΙΚΟΙΛΙΑΚΗ ΒΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Στη θεραπεία των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια με αμφικοιλιακή βηματοδότηση αναφέρθηκε ο διευθυντής της Α΄ καρδιολογικής κλινικής του νοσοκομείου “ΑΧΕΠΑ”, καθηγητής Καρδιολογίας, Γεώργιος Παρχαρίδης. Στη χώρα μας ο αριθμός των ατόμων που πάσχουν από τη νόσο ανέρχεται στις 200.000, ενώ κάθε χρόνο διαγιγνώσκεται σε 25.000 Έλληνες.
“Τοποθετούμε βηματοδότη και στις δύο κοιλίες της καρδιάς, ώστε να υπάρχει συγχρονισμός και να έχουμε καλύτερη απόδοση. Η μέθοδος εφαρμόζεται εδώ και περίπου πέντε χρόνια στην ΑΆ καρδιολογική κλινική του ΑΧΕΠΑ, όπου τοποθετήθηκαν 105 τέτοιοι βηματοδότες σε ασθενείς με ενδιάμεση ή βαριά καρδιακή ανεπάρκεια”, είπε ο κ. Παρχαρίδης.
Παράλληλα επισήμανε ότι πλέον η τοποθέτηση των αμφικοιλιακών βηματοδοτών μπορεί να γίνει σε αρχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια, δηλαδή όταν οι ασθενείς βρίσκονται μόνο στην Ι ή ΙΙ κλάση καρδιακής ανεπάρκειας, με θεαματικά αποτελέσματα.
Μάλιστα στους ασθενείς στους οποίους τοποθετήθηκαν αμφικοιλιακοί βηματοδότες νωρίς παρατηρήθηκε βελτίωση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίας, ελάττωση της εισαγωγής στα νοσοκομεία και ελάττωση της θνητότητας από 24% σε 11% σε διάστημα 24 μηνών.