Ο εμπαιγμός των νοσηλευτών σχετικά με την ένταξη στα Βαρέα κρατά τουλάχιστον 15 χρόνια. Όμως η διαδικασία, όπως άνοιξε με τις επανειλημμένες υποσχέσεις Αδώνιδος και τις πρόσφατες δηλώσεις Κεραμέως, βρίσκεται εκτός κάθε επιστημονικής βάσης.

Το πόρισμα της ειδικής επιστημονικής επιτροπής κρίσεως ΒΑΕ υπό τον καθηγητή Παναγιώτη Μπεχράκη, που συντάχθηκε το 2020 δεν αντιμετώπιζε τα ΒΑΕ ως μια στενή λίστα επαγγελμάτων, αλλά ως αποτέλεσμα αξιολόγησης πραγματικών συνθηκών εργασίας.
Σύμφωνα με το πόρισμα, καθοριστικό ρόλο παίζουν η έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες, η νυχτερινή εργασία και οι συνεχείς βάρδιες, η χειρωνακτική καταπόνηση, το εργασιακό άγχος, τα επαγγελματικά ατυχήματα και η διαρκής έκθεση σε ανθυγιεινό περιβάλλον. Η φιλοσοφία αυτή συνδέεται με τη διαχρονική λογική των ΒΑΕ, με τη συζήτηση να ξεκινά από τα πρώτα ευρωπαϊκά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης του 19ου αιώνα, όταν διαπιστώθηκε ότι εργαζόμενοι σε ορυχεία και βαριές βιομηχανίες είχαν μικρότερο προσδόκιμο ζωής από την ηλικία συνταξιοδότησής τους.
Συνεπώς, τα ίδια κριτήρια ένταξης με τους νοσηλευτές οφείλουν να ισχύσουν και για τους νοσοκομειακούς γιατρούς, όπως και τα άλλα επαγγέλματα που έρχονται σε επαφή με τις δυσμενείς εργασιακές συνθήκες, όπως περιγράφει το πόρισμα Μπεχράκη.
Η βασική φιλοσοφία των πορισμάτων είναι ότι τα ΒΑΕ δεν ταυτίζονται με την απλή «επικινδυνότητα» ενός επαγγέλματος. Και αυτό, γιατί η επικινδυνότητα αντιμετωπίζεται πρωτίστως μέσω πολιτικών υγείας και ασφάλειας. Απαιτούνται δηλαδή μέτρα πρόληψης, ιατρική παρακολούθηση, εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου, καθώς και επιδημιολογική επιτήρηση. Το καθεστώς ΒΑΕ θα πρέπει να έρχεται συμπληρωματικά, ως ασφαλιστικός μηχανισμός αντιστάθμισης της πρόωρης φθοράς του οργανισμού σε εργασίες που προκαλούν αυξημένη νοσηρότητα.
