Την 1η Ιανουαρίου 2025, η μέση ηλικία του πληθυσμού της ΕΕ έφτασε τα 44,9 έτη. Αυτό σημαίνει ότι οι μισοί άνθρωποι στην ΕΕ ήταν άνω των 44,9 ετών, ενώ οι άλλοι μισοί ήταν νεότεροι. Σε ολόκληρη την ΕΕ, κυμαινόταν από 39,6 έτη στην Ιρλανδία έως 49,1 έτη στην Ιταλία.
Σε επίπεδο ΕΕ, η διάμεση ηλικία έχει αυξηθεί κατά 2,1 έτη από το 2015, όταν ήταν 42,8 έτη. Αυξήσεις καταγράφηκαν σε όλες τις χώρες της ΕΕ, εκτός από τη Γερμανία και τη Μάλτα (-0,4 έτη η καθεμία).
Η γήρανση του πληθυσμού ήταν πιο έντονη στη Σλοβακία και την Κύπρο, όπου ο διάμεσος αυξήθηκε κατά 4,0 έτη, ακολουθούμενη από την Ιταλία (+3,9 έτη), την Ελλάδα και την Πολωνία (+3,8 έτη η καθεμία) και την Πορτογαλία (+3,7 έτη).

Αυτό το στατιστικό εύρημα κορυφώνει τις ανησυχίες των δημογραφικών αναλυτών για την ικανότητα της χώρας να στηρίξει ένα ολοένα και περισσότερο γερασμένο πληθυσμό, ιδιαίτερα όταν αυτός συνδυάζεται με χαμηλότερους ρυθμούς γεννήσεων και εξέχουσα μετανάστευση των νεότερων ηλικιών.
Ένα από τα πιο εμφανή στοιχεία της γήρανσης είναι η αύξηση του ποσοστού ατόμων άνω των 65 ετών. Στην Ελλάδα, το 2025 σχεδόν το 24% του πληθυσμού ήταν άνω των 65 ετών, έναντι περίπου 21% πριν από μια δεκαετία. Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη πίεση στο σύστημα υγείας, στις συντάξεις και στις κοινωνικές υπηρεσίες, και θέτει ζητήματα βιωσιμότητας της κοινωνικής πρόνοιας.
Η δημογραφική γήρανση της Ελλάδας είναι μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου που παρατηρείται σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όμως η ταχύτητά της ξεπερνά τον μέσο όρο της ΕΕ. Μολονότι η αύξηση της μέσης ηλικίας είναι εμφανής σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ένωσης, το παράδειγμα της Ελλάδας δείχνει πόσο έντονα μπορεί να επηρεάσει τις κοινωνικές και οικονομικές δομές μιας χώρας, ειδικά όταν συνδυάζεται με άλλες δημογραφικές προκλήσεις όπως η υπογεννητικότητα και η μετανάστευση.
Αυτές οι τάσεις απαιτούν όχι μόνο στατιστική παρακολούθηση, αλλά και στρατηγικές πολιτικές που να στηρίζουν τις νέες γενιές, να ενθαρρύνουν τη γονιμότητα, και να διασφαλίζουν ότι οι ηλικιωμένοι πολίτες της Ελλάδας μπορούν να ζουν με ποιότητα και ασφάλεια.
